Το Θρυλικό Γεφύρι της Άρτας

Θρύλος και μαστοριά συναντιούνται πάνω στο υπέροχο αυτό κτίσμα, που αποτελεί και την πιο εντυπωσιακή υποδοχή της πόλης στον επισκέπτη που έρχεται απ' τα δυτικά, όπως και το εντυπωσιακότερο αντίο της για κείνον που τη γνώρισε και την αποχαιρετάει.

Η ιστορία του γεφυριού της Άρτας είναι πολύ παλαιότερη απ' ό,τι ίσως θα νόμιζε κανείς, επηρεασμένος απ' το γνωστό δημοτικό τραγούδι και την εποχή που αυτό αντιπροσωπεύει. Η σημερινή του όψη είναι η κατάληξη πολλών κατά καιρούς συμπληρώσεων και ανακατασκευών του αρχικού κτίσματος. Η ίδια η δομή και ο τρόπος κατασκευής του μαρτυρούν για τις διάφορες φάσεις ολοκλήρωσης του έργου και μας οδηγούν στην αφετηρία της ιστορίας του.

Περιγραφή και ιστορικό του γεφυριού

Είναι φυσικό, αφού σ' αυτά τα μέρη αναπτύχθηκε αξιόλογος πολιτισμός απ' τα προχριστιανικά ακόμη χρόνια, να είχαν φτιάξει και οι αρχαίοι Αμβρακιώτες σ' αυτό το σημείο κάποιο πέρασμα, έργο που ασφαλώς θα βελτιώθηκε στα Ελληνιστικά χρόνια, όταν ο Πύρρος έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, κι ακόμη αργότερα - στα ρωμαϊκά χρόνια - με την άνθηση της Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης. Δυστυχώς τα στοιχεία που μας παρέχουν οι αρχαίες πηγές 103 είναι ελάχιστα και γι' αυτό είμαστε αναγκασμένοι να στηριχθούμε για τη μελέτη του στο ίδιο το κτίσμα.

Τα βάθρα του είναι κτισμένα με μεγάλους κανονικούς λίθους κατά το ισοδομικό σύστημα, με επίστεψη, έτσι που θυμίζουν τοιχοποιία ελληνιστικών μεγάρων. Αυτή λοιπόν η δομή των βάθρων μαρτυρεί ότι το γεφύρι θεμελιώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, και -κατά την άποψη του μελετητή Γιάννη Τσούτσινου- πιθανότατα είναι έργο του Πύρρου (3ος π.χ. αιώνας). Σύμφωνα με διαπιστώσεις του Φ. Πέτσα (αρχαιολόγου που παρακολούθησε τις εκσκαφές για τη στήριξη σιδερένιας γέφυρας πλάι στην παλιά στα χρόνια της κατοχής) το ίδιο χτίσιμο συνεχίζεται μέχρι τα κατώ τατα θεμέλια του γεφυριού.

Πάνω σ' αυτά τα βάθρα -κατά την άποψη ορισμένων μελετητών -κτίστηκαν κατά τη Βυζαντινή εποχή (πρώτη περίοδος του Δεσποτάτου της Ηπείρου) ή κατά την άποψη άλλων στην πρώτη μεταβυζαντινή περίοδο, τέσσερις μεγάλες καμάρες, μεταξύ των οποίων παρεμβλήθηκαν στα ποδαρικά τους καθώς και στα ακρινά σκέλη του γεφυριού 8 συνολικά μικρά τοξωτά ανοίγματα, για να διοχετεύονται τα νερά σε περίπτωση πλημμύρας. Η τοιχοποιία της ανωδομής είναι ομοιόμορφη με μικρούς κανονικούς λίθους.

Φαίνεται ότι η μεγαλύτερη καμάρα -που λόγω του ανοίγματος της ήταν περισσότερο επισφαλής- από άγνωστη αιτία γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε στην τουρκοκρατία, και είναι ακριβώς αυτή η ανακατασκευή της ψηλής καμάρας που γέννησε το θρύλο της στοίχειωσης της γυναίκας του πρωτομάστορα και το αντίστοιχο δημοτικό τραγούδι. Σύμφωνα με σωσμένες γραπτές μαρτυρίες η κατασκευή αυτή έγινε το 1612, οι εργασίες κράτησαν τρία χρόνια και η νέα καμάρα έγινε ακόμη ψηλότερη, για μεγαλύτερη ευστάθεια. Μάλιστα υπάρχει και σχετική παράδοση σύμφωνα με την οποία, τους άριστους τεχνίτες που έφτιαξαν τη γέφυρα χρηματοδότησε ο Αρτινός παντοπώλης Γιάννης Θειακογιάννης, που έγινε ξαφνικά πλούσιος όταν αγόρασε από πειρατές καπάσες με λάδι, στις οποίες όμως αντί για λάδι βρέθηκε κρυμμένο χρυσάφι. Το σχετικό με τη στερέωση του γεφυριού δημοτικό τραγούδι αντανακλά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι τεχνίτες και τις πολλαπλές αποτυχημένες τους προσπάθειες μέχρι να "δέσει" η καμάρα.

Ωστόσο υπάρχει και άλλη άποψη, αρκετά λογικοφανής, σχετικά με την κατασκευή της νεότερης γέφυρας. Μερικοί χρονογράφοι και μελετητές (μεταξύ αυτών και ο Ορλάνδος) βλέποντας την ομοιογένεια της κατασκευής των καμάρων και μερικά άλλα στοιχεία που αποτελούν χαρακτηριστικά της τεχνικής των γεφυριών στην τουρκοκρατία (όπως η υπερύψωση του οδοστρώματος πάνω απ' τις καμάρες και η έλλειψη πλίνθων) υποστήριξαν ότι όλη η γέφυρα κι όχι μόνο η ψηλή καμάρα, κτίστηκε το 1612, ενώ για την προηγούμενη γέφυρα -που μάλλον παρασύρθηκε από πλημμύρα- δε δίνουν καμιά πληροφορία.

Όπως και να έγινε, το σίγουρο είναι ότι το γεφύρι πήρε την τελική του μορφή το 1612, ενώ αργότερα -άγνωστο πότε, αλλά πάντα στα χρόνια της τουρκοκρατίας- έγινε η τελευταία προσθήκη: ανυψώθηκε δηλαδή το οδόστρωμα, κυρίως στις χαμηλές καμπυλώσεις μεταξύ των καμάρων, για να γίνεται πιο εύκολα η διέλευση ιδιαίτερα της ψηλής καμάρας, και το γεφύρι πήρε τη σημερινή του όψη. Αυτή η τελευταία προσθήκη είναι πολύ ευδιάκριτη πάνω στην τοιχοποιία.

Ανακεφαλαιώνοντας λέμε ότι το μνημείο που βλέπουμε σήμερα, έγινε σε τέσσερις ή κατ' άλλους σε 3 περιόδους, οι οποίες είναι αποτυπωμένες στην τεχνική της κατασκευής του.

Το γεφύρι μετά την απελευθέρωση

Το 1881, όταν απελευθερώθηκε η Άρτα, το γεφύρι ήταν το σύνορο 108 της ελεύθερης με την τουρκοκρατημένη Ελλάδα. Το διώροφο νεοκλασικό κτίριο στο δυτικό άκρο του γεφυριού - που κτίστηκε το 1864 από αυστριακό αρχιτέκτονα και σήμερα στεγάζει το λαογραφικό μουσείο - αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα - μετά το 1881- ως μεθοριακός σταθμός - τελωνείο των Τούρκων. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 πλάι στα αρχαία βάθρα προστέθηκαν και τσιμεντένια - αισθητικά εκτρώματα - για τη στήριξη ξύλινης αρχικά γέφυρας, την οποία οι Γερμανοί κατακτητές, ενίσχυσαν με σιδηροδοκούς για τη διέλευση των οχημάτων τους. Το 1945 κατασκευάσθηκε κανονική σιδηρογέφυρα η οποία σε συνδυασμό με τις χονδροειδείς τσιμεντοβάσεις της κατέστρεψε τη βόρεια όψη του Παλιού γεφυριού. Μόλις πριν λίγα χρόνια απαλλάχτηκε το μνημείο απ' αυτούς τους "κακοήθεις όγκους του" και με τις εργασίες στερέωσης ξαναβρήκε την αρχική του λάμψη.

Στην ανατολική όχθη του Αράχθου, κοντά στην αρχή της γέφυρας, σώζεται μεγάλος πλάτανος, ο πλάτανος του Αλή πασά, γιατί -όπως λένε- στον ίσκιο του καθόταν ο Αλής και έβλεπε κρεμασμένους απ' τα κλαδιά του όσους είχε καταδικάσει σε θάνατο με απαγχονισμό. Σ' αυτό το μακάβριο θέαμα μας μεταφέρει το δημοτικό τραγούδι:

"- Τ' έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; - Αλή πασάς επέρασε..."

Πάνε χρόνια που το γεφύρι ορφάνεψε απ' το φυσικό του σύντροφο, το νερό, αφού μετά την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος Πουρναριού το 1981 δεν υπάρχει συνεχής ροή στο ποτάμι. Έτσι το μνημείο έπαψε να δροσίζει τα πόδια του, κατάντησε εκκλησιά χωρίς εικόνες, βρύση χωρίς νερό. Το 1983 για τον ίδιο λόγο (ακανόνιστη ροή) διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο. μπορεί βέβαια να γλίτωσε τότε -έστω και την τελευταία στιγμή- απ' την καταστροφή, εξακολουθεί όμως να γεφυρώνει ένα στέρφο από νερό ποτάμι, πληρώνοντας μ' αυτό τον τραγικό τρόπο το τίμημα της εξέλιξης.

Του γιοφυριού της Άρτας

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες, γιοφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι. Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν. Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:

- Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψες μας,

ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται!

Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,

δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι, παρά εκελάηδε κι έλεγε, ανθρώπινη λαλίτσα:

- Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει.

και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,

πόρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.

Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει. Πιάνει μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι: Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,

αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι. Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:

- Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,

γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.

Νά τηνε κι εξανάφανεν από την άσπρη στράτα. Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του. Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:

- Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι κι εσείς οι μαθητάδες. μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος;

- Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,

και ποιος να μπει και ποιος να βγει το δαχτυλίδι να 'βρει;

- Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πα σ' το φέρω,

εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να 'βρω.

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε. -Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα. Ένας πηχάει με το μυστρί, κι άλλος με τον ασβέστη, παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.

- Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!

Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες

η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη,

κι εγώ η πλιο στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.

Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,

κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.

- Κόρη, τον λόγον άλλαξε, κι άλλη κατάρα δώσε, πόχεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει. Κι αυτή τον λόγον άλλαξε, κι άλλη κατάρα δίνει:

- Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,

κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες, τι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

Ν.Γ. Πολίτη: Έκλογαί"

Παρέχεται από την Περιφέρεια Ηπείρου - Σύστημα Περιήγησης Μνημείων © EpirusTreasures.gr

Το Κάστρο της Άρτας

Είναι το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της μεσαιωνικής φυσιογνωμίας της Άρτας. Ο λοφίσκος στον οποίο είναι κτισμένο, θεωρήθηκε στρατηγική θέση κι απ' τους αρχαίους Αμβρακιώτες, γι' αυτό εκτός απ' το φρούριο της ακρόπολης που είχαν στο λόφο Περάνθη, περιέβαλαν και την κάτω πόλη με τείχος που περνούσε παρόχθια στη βόρεια καμπή του Αράχθου. Το κάτω μέρος αυτού του τείχους σώζεται στην ανατολική και βόρεια πλευρά του κάστρου και οι κολοσσιαίοι λαξευμένοι λίθοι του προκαλούν το θαυμασμό.

Πάνω στα θεμέλια και σε τμήμα της ανωδομής αυτού του αρχαίου τείχους της Αμβρακίας υψώθηκε το νεότερο κάστρο στα χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου και συγκεκριμένα επί δεσποτείας Μιχαήλ Β' Αγγέλου. Στον προσδιορισμό του χρόνου κατασκευής του βοηθούν τόσο οι γραπτές πηγές όσο και η τεχνική της κατασκευής του. Κατά τον μελετητή Θεοχάρη Τσούτσινο, πρόσθετη μαρτυρία για την ίδρυση του κάστρου τη βυζαντινή περίοδο αποτελεί χαρακτό μονόγραμμα επίγραμμα που υπάρχει εντειχισμένο στη μέση του τρίτου νότιου πύργου (δεξιά της κύριας πύλης) και φέρει - κατά τη γνώμη του μελετητή - τα γράμματα Μ.ΑΔ.Κ. που διαβάζονται: Μιχαήλ Άγγελος Δούκας Κομνηνός, υποδηλώνοντας προφανώς τον κτήτορα. Καίτοι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το μονόγραμμα περιέχει αυτά τα γράμματα -οπότε ως πηγή είναι αμφίβολης αξίας- ωστόσο όλοι οι μελετητές συμφωνούν ότι το κάστρο κτίστηκε πράγματι απ' τον Μιχαήλ Β' στα μέσα του 13ου αιώνα. Ένα αιώνα αργότερα (το 1357) ο Νικηφόρος Β' Ορσίνι ή Άγγελος Κομνηνός κάνει σημαντικές επισκευές στο κάστρο, για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τις επιδρομές των Σέρβων.

Στα χρόνια του Αλή Πασά (18ος αιώνας) έγιναν περιορισμένης έκτασης αλλαγές (κυρίως στις επάλξεις, στο εσωτερικό καστράκι και στους πύργους) σύμφωνα με τις απαιτήσεις της τότε πολεμικής τεχνικής.

Το σημερινό λοιπόν μνημείο σχηματίστηκε σε τρεις περιόδους: Πάνω στ' απομεινάρια του αρχαίου τείχους (5ος - 4ος π.χ. αιώνας) κτίστηκε κατά τη βυζαντινή εποχή (13ος αιώνας) το νεότερο κάστρο, το οποίο 100 χρόνια αργότερα επισκευάστηκε και στην περίοδο της τουρκοκρατίας (18ος αιώνας) με τις βελτιώσεις και προσθήκες που έγιναν, πήρε την τελική του μορφή. Το κάστρο υπήρξε το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της πόλης και ολόκληρου του Δεσποτάτου.

Ο πανύψηλος πύργος του ρολογιού μπροστά απ' το κάστρο κτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1875) με πολύ ευαισθησία, ώστε να φαντάζει ως φυσική προέκταση του τείχους.

Περιγραφή του μνημείου

Αποτελείται από 3 μέρη: 1) το κυρίως φρούριο 2) δύο μικρά εξωτερικά περιτειχίσματα κτισμένα σε χαμηλότερο επίπεδο - απ' τα οποία το δυτικό είναι ενισχυτικό του κυρίως φρουρίου και εκτείνεται από την κεντρική πύλη ως τον πύργο του Ρολογιού, ενώ το βόρειο, πνιγμένο σήμερα απ' τα σπίτια της συνοικίας των Ταμπακιάδων, προστάτευε την κρυφή βόρεια πύλη του κάστρου - και 3) το εσωτερικό οχυρό ή Ακρόπολη που βρίσκεται στα αριστερά της κεντρικής πύλης, και για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερος λόγος.

Το σχήμα του κάστρου είναι ακανόνιστο πολύγωνο (μεγίστου μήκους 280μ. και πλάτους 175μ.) το οποίο διακόπτεται ανά 25μ. από ημικυκλικούς, τριγωνικούς ή πολυγωνικούς πύργους. Μόνο στο ανατολικό τμήμα που στηρίζεται πάνω στο αρχαίο τείχος, δεν υπάρχουν πύργοι. Απ' αυτούς μερικοί, στη δυτική και νότια πλευρά, δεν είναι βυζαντινοί αλλά πολύ μεταγενέστεροι, όπως δείχνει η τεχνική της κατασκευής τους. Δηλαδή, είναι κατασκευασμένοι με διαφορετικά υλικά, έχουν σχήμα τριγωνικό ή πολυγωνικό, λείπουν παντελώς οι πλίνθοι και έχουν στο πάνω μέρος μεγάλα παραθυροειδή ανοίγματα που προορίζονταν για την τοποθέτηση τηλεβόλων. Τέτοια τεχνική συναντάμε σε ενετικά κάστρα, γι' αυτό θεωρείται πιθανότατο οι Τούρκοι να κάλεσαν Ενετούς μηχανικούς για την ενίσχυση του φρουρίου.

Το πάχος του τείχους είναι 2,50 μέτρα, το δε ύψος του φτάνει τα 10 μέτρα και στέφεται από επάλξεις, πίσω απ' τις οποίες υπάρχει ο περίδρομος για τους πολεμιστές. Η τοιχοδομή του είναι απλή, με ακανόνιστα λαξευμένες μικρές πέτρες και παρεμβολή πλίνθων, αόρατων στο μεγαλύτερο μέρος του τείχους, επειδή καλύφθηκαν από μεταγενέστερο κονίαμα. Ιδιαίτερα καλή ισόδομη πλινθοπερίβλητη βυζαντινή τοιχοποιία εμφανίζεται στο πάνω τμήμα της δυτικής πλευράς του κάστρου, καθώς και στην ανατολική πλευρά του εσωτερικού οχυρού, όπου υπάρχει και πλίνθινη διακόσμηση.

Σε πύργο της βόρειας πλευράς του κάστρου υπάρχει μικρή πύλη που προστατεύεται από εξωτερικό περιτείχισμα. η πύλη αυτή χρησίμευε για την ασφαλή ύδρευση απ' το ποτάμι95 σε περίπτωση μακρόχρονης πολιορκίας. Ίχνη πύλης διακρίνονται και στο αρχαίο τείχος της Αμβρακίας, στην ανατολική πλευρά του κάστρου. Στο κέντρο του λοφίσκου -δίπλα απ' το Ξενία- σώζονται λείψανα μεγάλου οικοδομήματος (διαστάσεων 10,90 Χ 45,50 μ.) κτισμένο με ακανόνιστη βυζαντινή τοιχοποιία από μεγάλους λίθους μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται πλίνθοι. Στη νότια πλευρά του κτίσματος αυτού είναι προσκολλημένος βυζαντινός ναός, που απ' ό,τι δείχνουν τ' απομεινάρια των τοίχων του, κατέληγε σε ημιεξάγωνη κόγχη. Θεωρείται βέβαιο ότι πρόκειται για τα ανάκτορα των Κομνηνών και το βασιλικό παρεκκλήσι, τα οποία θα καταστράφηκαν κατά την εισβολή των Σέρβων του Στέφανου Δουσάν ή απ' τη μεγάλη πυρκαγιά του 1361, οπότε θα έγινε και μεταφορά των ανακτόρων στο εσωτερικό οχυρό (Ουτς - Καλέ) για μεγαλύτερη ασφάλεια.

Σύμφωνα με τις περιγραφές περιηγητών, έξω από το κάστρο - στο χώρο που απλώνεται μπροστά απ' την κύρια είσοδο του - υπήρχε απ' τα βυζαντινά χρόνια και εξακολουθούσε να λειτουργεί στα χρόνια της τουρκοκρατίας αγορά - το Έμποριό" κατά το χρονικό των Τοοοο - γι' αυτό και η περιοχή προσέλκυσε από νωρίς (12ο αιώνας) Εβραίους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί, έδωσαν το όνομα στη συνοικία - Εβραίικα - και η συναγωγή τους υπήρχε και λειτουργούσε στο χώρο αυτό ως τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.

Το εσωτερικό οχυρό ή Ακρόπολη (Ουτς Καλέ)

Στη νοτιοδυτική γωνία του κάστρου και αριστερά της κεντρικής πύλης, υπάρχει εσωτερικό ακανόνιστου σχήματος τείχος με βυζαντινή τοιχοποιία και τοξωτά παράθυρα που αποκόβει μια εξοχή του χώρου, δημιουργώντας έτσι ένα εσωτερικό οχυρό -το Όυτς Καλέ" των Τούρκων ή το "Καστράκι" των σημερινών Αρτινών- το οποίο θα αποτελούσε και το έσχατο καταφύγιο, αν κρίνουμε απ' το πολύπλοκο σύστημα εισόδου σ' αυτό, τις κρύπτες και τις θολωτές κλειστές αίθουσες που υπάρχουν μέσα. Το εσωτερικό τείχος που περικλείει το οχυρό, εκτός απ' την πλίνθινη διακόσμηση έφερε και εξώστες τοξοβολιτούς (απ' τους οποίους σήμερα σώζονται μόνο οι λίθινοι κιλλίβαντες), στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι σ' αυτό το οχυρό μεταφέρθηκαν τα μη σωσμένα ανάκτορα των Κομνηνών για προστασία απ' τους επιδρομείς. Η μεταφορά αυτή των ανακτόρων θα πρέπει να έγινε στα χρόνια της δεύτερης δεσποτείας του Νικηφόρου Β', όταν το 1356 ανακατέλαβε την Άρτα απ' τους Σέρβους. Μετά πέρασαν από κει Αλβανοί, Λατίνοι και Τούρκοι ηγεμόνες και τα κτίσματα του εσωτερικού φρουρίου γνώρισαν τόσες μεταβολές, ανακατασκευές και αλλοιώσεις, ώστε τα σημερινά απομεινάρια να μη θυμίζουν καθόλου τα αρχικά κτίσματα. Μόνο οι τοίχοι του εσωτερικού αυτού φρουρίου διατήρησαν τη βυζαντινή φυσιογνωμία τους.

Η είσοδος στο "Καστράκι" γίνεται με χαμηλή πύλη της οποίας το επισύλιο και οι κιονοειδείς ορθοστάτες είναι απομεινάρια κτίσματος της αρχαίας Αμβρακίας. Πάνω απ' την πύλη στην εσωτερική πλευρά υπάρχει εξώστης σκεπασμένος με καμάρα που τη στηρίζουν δύο κολώνες, η δε βάση του φέρει ανοίγματα μέσα απ' τα οποία έρριχναν καυτό λάδι ή λυωμένο μολύβι στον εχθρό που θα επιχειρούσε να μπει. Η όλη όψη του εξώστη δίνει την εντύπωση θρόνου, στοιχείο που συνηγορεί στην άποψη ότι ο χώρος του εσωτερικού κάστρου ήταν κατ' εξοχήν βασιλικός.

Στη βόρεια πλευρά του "καταφυγίου" υπάρχει μεγάλη αίθουσα με καμάρες και θόλους, ή οποία σήμερα κατάλληλα διαμορφωμένη χρησιμοποιείται ως χώρος θεατρικών παρασκηνίων. Η αίθουσα αυτή -όπως δείχνουν οι ακρινές ραφές του τοίχου της πρόσοψης -είναι μεταγενέστερη κατασκευή και χρησιμοποιήθηκε απ' τους Τούρκους ως πυριτιδαποθήκη. Λίγο πάνω απ' την τοξωτή θύρα αυτής της αίθουσας υπάρχει εντειχισμένη τετράγωνη μαρμάρινη πλάκα -άγνωστης προέλευσης- με ανάγλυφη παράσταση λιονταριού, την οποία ο Ορλάνδος- κρίνοντας με βάση τα στοιχεία τεχνοτροπίας -θεωρεί ως βυζαντινή κατασκευή. Ο Σεραφείμ Ξενόπουλος αναφέρει ότι στο χώρο του εσωτερικού φρουρίου υπήρχαν λείψανα βυζαντινού ναϊσκου και δίπλα πηγάδι με τετράγωνο λαξευτό στόμιο. Σήμερα στη θέση του παλαιού αυτού ναού, ακριβώς απέναντι απ' την είσοδο του καταφυγίου, υπάρχει τετράγωνος οικίσκος -τούρκικη κατασκευή άγνωστης χρήσης- πάνω απ' την τοξωτή είσοδο του οποίου είναι εντειχισμένη λίθινη πλάκα με ανάγλυφη παράσταση ανεστραμμένης άγκυρας. Το στόμιο του πηγαδιού σώζεται, φέρει δε σε μία απ' τις πλευρές του ανάγλυφη παράστάση οικόσημου με ποικίλα διακοσμητικά θέματα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο δικέφαλος αετός (έμβλημα των βυζαντινών). Το πηγάδι -κατά τον Ορλάνδο- είναι έργο των Ορσίνι, οι οποίοι έκαναν έμβλημα τους το δικέφαλο αετό για να φαντάζουν ως γνήσιοι συνεχιστές των βυζαντινών προκατόχων τους.

Τέλος, στο εσωτερικό φρούριο και δεξιά της εισόδου του, υπάρχει μεγάλη κλειστή θολωτή αίθουσα στην οποία μπαίνει κανείς περνώντας επάλληλες τοξωτές θύρες, στοιχείο που βοηθάει να εικάσουμε ότι πρόκειται για το κυρίως καταφύγιο ή για κρύπτη ή για φυλακές.

Το κάστρο στα μεταβυζαντινά χρόνια

Στα χρόνια του Αλή πασά το εσωτερικό "Καστράκι" λεγόταν Ουτς Καλέ (Ακρό-πολις) και εκεί μέσα οι Τούρκοι φυλάκισαν το στρατηγό Μακρυγιάννη με άλλους συναγωνιστές του κατά την Επανάσταση του 21. Στον ίδιο χώρο λειτουργούσαν φυλακές για πάρα πολλά χρόνια και μετά την απελευθέρωση της Άρτας, το 1881. Μόλις το 1987 αυτός ο μοναδικός στο είδος του χώρος, αξιοποιημένος απ' το Δήμο Αρταίων, δόθηκε στο κοινό της πόλης για τις πολιτιστικές του εκδηλώσεις.

Το κάστρο της Άρτας παρά τις πολεμικές θύελλες και τις πολιορκίες που κατά καιρούς γνώρισε, διατηρείται σε άριστη κατάσταση και αποτελεί ένα απ' τα καλύτερα αξιοθέατα της περιοχής. Είναι το στέμμα της κάτω πόλης, η πιο όμορφη γωνιά της σημερινής Άρτας. Τίποτα πιο ειδυλλιακό για τον απογευματινό περιπατητή ή τον ξένο επισκέπτη, απ' το να βρεθεί στη γραφική αγκαλιά του κάστρου, να περιδιαβεί τον περίδρομο των πολεμιστών, να σταθεί σε ένα πύργο και να απολαύσει την πανοραμική θέα του μακρινού ορίζοντα, απ' τα Τζουμέρκα και τα βουνά του Βάλτου ως το θρυλικό Ζάλογγο, μα και την ομορφιά του κοντινού περίγυρου, με το ποτάμι, τους μπαξέδες και την πόλη να απλώνεται νωχελικά στα πόδια του κάστρου, λες και το προσκυνά από ευγνωμοσύνη για τη σωτηρία που τόσες φορές της πρόσφερε.

Παρέχεται από την Περιφέρεια Ηπείρου - Σύστημα Περιήγησης Μνημείων © EpirusTreasures.gr

Η Κόκκινη Εκκλησιά

Μακριά απ' την κοσμικότητα της παλιάς πρωτεύουσας του Δεσποτάτου, και μέσα στη γαλήνη του Τζουμερκιώτικου ειδυλλιακού τοπίου κτίσθηκε ένα ακόμη εξαίσιο δείγμα βυζαντινής τέχνης, ο περίφημος ναός των Γενεθλίων της Θεοτόκου ή Κόκκινη Εκκλησιά, όπως επικράτησε να λέγεται. Δυστυχώς ο χρόνος εξαφάνισε ακόμη και τα ίχνη του παλιού μοναστηριού που υπήρχε εκεί, παραμένει όμως άθικτος ο περικαλλής ναός -ευχάριστο ξάφνιασμα για τον ταξιδευτή, καθώς, ανηφορίζοντας για τα Τζουμερκοχώρια, μετά από μια καμπή του αυτοκινητόδρομου, αποκαλύπτεται μπροστά του το κόκκινο μαργαριτάρι λουσμένο σ' ένα καταπράσινο φόντο, με μόνη συντροφιά του τ' αηδόνια καιταπετροχελίδονα.

Βρίσκεται στο συνοικισμό Παλαιοχώρι, λίγο προτού φθάσουμε στο Βουργαρέλι και ακριβώς πλάι στον εθνικό δρόμο Άρτας Τρικάλων. Απ' τους ντόπιους ονομάζεται Κόκκινη Εκκλησιά για την πληθώρα των πλίνθων που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του, από δε τους λόγιους είναι γνωστός ως Παναγία Βελλά, επειδή για ένα διάστημα υπήρξε μετόχι της ακμαίας κάποτε μονής Βελλάς Ιωαννίνων. Η παράδοση μας διέσωσε και την ονομασία "Βασιλομονάστηρο" που ασφαλώς απηχεί την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο μνημείο και στον οίκο των Κομνηνηδουκάδων δεσποτών της Άρτας.

Το μοναστήρι αφού για πολλά χρόνια γνώρισε ακμή, μετά έπεσε για άγνωστους λόγους σε αφάνεια, ερημώθηκε και κατάντησε μετόχι της μονής Βελλάς. Αργότερα (στα μέσα του 17ου αιώνα) όταν ιδρύθηκε στο Βουργαρέλι το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, η Κόκκινη Εκκλησιά έγινε μετόχι του και παρέμεινε έτσι ως τις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο ναός κτίστηκε το 1281 απ' τον πρωτοστράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και τον αδελφό του Θεόδωρο, όταν Δεσπότης της Άρτας ήταν ο Νικηφόρος Α', όπως μας πληροφορεί φθαρμένη κτητορική επιγραφή γραμμένη σε τοίχο του εσωτερικού του.

Το εξωτερικό του ναού

Είναι σταυρεπίστεγος ναός χωρίς τρούλλο στον τύπο των δικιονίων με ποικιλόμορφη στέγη, ανατολικά δε καταλήγει σε τρίπλευρη κόγχη. Θεωρείται βέβαιο ότι αρχικά ο μακρύς ορθογώνιος ναός είχε και τρούλλο, όπως δείχνει η σωσμένη τετράγωνη βάση του. Ο τρούλλος αυτός κατέπεσε και τη θέση του πήρε η σημερινή δίκλινης στέγη. Τα σκέλη του σταυρού της στέγης καθώς και οι θόλοι που καλύπτουν το νάρθηκα, καταλήγουν εξωτερικά σε ελλειψοειδή αετώματα που σκεπάζουν από ένα περίτεχνα κοσμημένο ψευδοτρίλοβο παράθυρο. Ο ναός είχε αρχικά πέντε εισόδους, απ' τις οποίες οι τρεις φράχτηκαν και περιορίστηκε το άνοιγμα της δυτικής θύρας του νάρθηκα, όπως εύκολα διακρίνεται στους τοίχους. Η τοιχοδομή του είναι επιμελημένη με κανονικούς πωρόλιθους σε οριζόντιες στρώσεις, κατά το πλινθοπερίβλητο σύστημα.

Το κυριότερο απ' τα εξωτερικά γνωρίσματα του ναού είναι η μεγάλη χρήση των πλίνθων, είτε ως στοιχείου τοιχοποιίας, είτε -και κυρίως- ως διακοσμητικού στοιχείου. Πλίνθινη διακόσμηση βρίσκουμε σε μεγάλη ποσότητα, αλλά σε περιορισμένη ποικιλία σχεδίων: κυριαρχούν τα επάλληλα τοξωτά πλαίσια και οι οδοντωτές ταινίες, στη νότια δε και την ανατολική πλευρά υπάρχει συνεχής πλατιά ταινία με μαιάνδρους, παρόμοια με εκείνη της Παρηγορήτισσας, του Αγίου Βασιλείου της Αγοράς και του Αγίου Νικολάου της Ροδιάς. Ξεχωριστή θέση στην εξωτερική κεραμοπλαστική διακόσμηση, κατέχει μια αβακωτή ζωφόρος με τετράγωνα πλακίδια σε ρομβοειδή διάταξη που υπάρχει στις πλάγιες πλευρές του κυρίως ναού, αν και τα περισσότερα πλακίδια της βόρειας πλευράς έχουν φθαρεί ή έχουν καταπέσει.

Εκείνο όμως που τραβάει το βλέμμα του επισκέπτη και δίνει χρώμα στο όλο κτίσμα, είναι τα μεγάλα τοξωτά ψευδοτρίλοβα παράθυρα που δεσπόζουν σ' όλες τις πλευρές και με την πληθώρα των κόκκινων πλίνθων τους δικαιολογούν την προσωνυμία του ναού. Στο παράθυρο της μεσαίας κόγχης του ιερού σώθηκε το αρχικό γύψινο υαλοστάσιο -πραγματικό κομψοτάχνημα, σπάνιο από αρχιτεκτονική και διακοσμητική άποψη. Για λόγους προφύλαξης το υαλοστάσιο αυτό αφαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε απ' το σημερινό βυζαντινό δίλοβο παράθυρο. Κατά τον Σπ. Λάμπρο, παλιά ο ναός ήταν σκεπασμένος με μολύβδινα ελάσματα, τα οποία αφαιρέθηκαν σταχρόνια της επανάστασης -ή και πριν- για πολεμικές ανάγκες.

Το εσωτερικό του ναού

Το κτίσμα εσωτερικά περιλαμβάνει τον τρίκλιτο κυρίως ναό και τον ξεχωριστό νάρθηκα. Ο κυρίως ναός καλύπτεται με θόλους, εκτός απ' την τετράγωνη βάση του μη σωσμένου αρχικού τρούλλου που σκεπάστηκε με δίκλινη ξύλινη στέγη. Ο νάρθηκας σκεπάζεται στα μεν άκρα με κυλινδρικούς θόλους στη μέση δε με τυφλό ημισφαιρικό θόλο που κατέπεσε και αντικαταστάθηκε κι αυτός με δίκλινη στέγη.

Η είσοδος στον κυρίως ναό απ' το νάρθηκα κλεινόταν με δύο ωραία ξυλόγλυπτα Θυρόφυλλα πιθανότατα του 1296 -τα οποία σήμερα βρίσκονται στο μουσείο.

Απ' τις τοιχογραφίες του κυρίως ναού σώθηκαν μόνο τμήματα σε δύο στρώσεις, τις οποίες μπορεί κανείς να διακρίνει πάνω απ' τη θύρα που οδηγεί στο νάρθηκα. Κάπως καλύτερα διατηρήθηκαν οι τοιχογραφίες του νάρθηκα, με ξεχωριστή την εικόνα της Παναγίας πάνω απ' την είσοδο στον κυρίως ναό. Σ' αυτή την τοιχογραφία κάτω απ' το υποπόδιο της Θεοτόκου, εικονίζονται κεφαλές αγίων αλλά και δύο ζεύγη λαϊκών που δέονται στη Θεοτόκο. Ο ένας άνδρας, ο πρωτοστράτορας Θεόδωρος, στέκοντας δίπλα στη γυναίκα του Μαρία προσφέρει στην Παναγία τρουλλωτό ναό -άρα είναι ο κτήτορας του ναού- ενώ ο άλλος είναι ο αδελφός του κτήτορα Ιωάννης Τσιμισκής με τη σύζυγο του Άννα, όπως μας πληροφορούν επιγραφές γραμμένες πάνω από κάθε ζευγάρι. Οι προσωπογραφίες αυτές που αποδόθηκαν με φυσικότητα κι όχι με τη γνωστή βυζαντινή αυστηρότητα, είναι οι αρχαιότερες της Ελλάδας μέσα σε ναό. Λίγο πάνω απ' τη θύρα που οδηγεί απ' τον κυρίως ναό στο νάρθηκα, υπάρχει γραμμένη πάνω στον τοίχο, σε 12 μισοφθαρμένους στίχους, η κτιτορική επιγραφή. Επειδή στο τέλος της διαβάζονται ευκρινώς τα ονόματα του Δεσπότη της Άρτας Νικηφόρου Α' και της συζύγου του Άννας Παλαιολογίνας νομίστηκε -εσφαλμένα - απ' τους πριν τον Ορλάνδο μελετητές, ότι αυτοί ήταν και οι κτήτορες του ναού. Όσον αφορά στη χρονολόγηση των τοιχογραφιών, το πρώτο στρώμα -που περιλαμβάνει και την επιγραφή -είναι σύγχρονο με την κατασκευή του ναού, δηλαδή του τέλους του 13ου αιώνα. Του δεύτερου στρώματος είναι τόσα λίγα τα σωσμένα δείγματα, ώστε δεν μας επιτρέπουν ασφαλή χρονολόγηση.

Τέλος, απ' το παλιό γύψινο τέμπλο τα λίγα κομμάτια που σώθηκαν δεν είναι αρκετά για ανασύνθεση της αρχικής εικόνας του. Το σημερινό πενιχρό ξύλινο τέμπλο είναι πολύ νεότερη κατασκευή. Δυστυχώς η φθορά του χρόνου δε μας άφησε τίποτε άλλο απ' την παλιά εσωτερική ομορφιά του μνημείου.

Σήμερα η Κόκκινη Εκκλησιά, παρά τις σοβαρές αλλοιώσεις που τραυμάτισαν την αισθητική του εσωτερικού της χώρου, διατηρεί απείραχτη την εξωτερική της αρχοντιά και εξακολουθεί ακόμη να είναι ένα διαμάντι της βυζαντινής ναοδομίας, όχι μόνο στην περιοχή της Άρτας, αλλά και σ' ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο.

Παρέχεται από την Περιφέρεια Ηπείρου - Σύστημα Περιήγησης Μνημείων © EpirusTreasures.gr

Η Παναγία Μπρυώνη

Σε μικρή απόσταση Ν.Α της Άρτας και ακριβώς πλάι στο δρόμο που οδηγεί στο Νεοχωράκι, βρίσκεται ένα γραφικό βυζαντινό εκκλησάκι, μοναδικό απομεινάρι ενός άλλοτε μεγάλου και ακμαίου μοναστηριού, του μοναστηριού της Παναγίας Μπρυώνη. Η προσωνυμία "Μπρυώνη" δεν έχει εξακριβωμένη προέλευση. Ίσως σχετίζεται με το όνομα του κτίτορα ή κάποιου ηγούμενου, ίσως θυμίζει τον Τούρκο της λαϊκής παράδοσης που έκανε μεγάλη αφιέρωση στη μονή, επειδή χάρη σε θαύμα της Παναγίας ξαναβρήκε το φως του. Λιγότερο πιθανή είναι η εκδοχή που προβάλλει ο μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος στο "Δοκίμιο" του, σύμφωνα με την οποία η επωνυμία "Μπρυώνη" οφείλεται σε παραφθορά της λέξης "περιώνυμη" (περιώνυμος μονή) οπότε η σωστή ονομασία θα ήταν "Παναγία η Μπριώνη". Ο ναός τιμάται στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Με βάση πλίνθινη επιγραφή που υπάρχει στη νότια πλευρά του ναού, ο καθηγητής Παναγιώτης Βοκοτόπουλος - ο κυριότερος μελετητής του μνημείου μετά τον Ορλάνδο- τοποθετεί την ίδρυση του ναού στο 1238, όταν Πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Γερμανός Β'. Εξίσου όμως πιθανή είναι και η εκδοχή του Σεραφείμ, ο οποίος γράφει συγκεκριμένη χρονολογία ίδρυσης του ναού (1111) άποψη την οποία εμμέσως συμμερίζεται και ο Ορλάνδος υποστηρίζοντας ότι το 13ο αιώνα δεν έχουμε την ίδρυση του ναού αλλά τη μετασκευή της παλαιότερης ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικής σε σταυροειδή με τρούλλο, και ότι σ' αυτή τη μετασκευή έκανε τον αγιασμό ο Πατριάρχης Γερμανός Β'.

Για αιώνες το μοναστήρι ανθούσε, αλλά στα χρόνια του Αλή πασά αρπάχτηκαν τα πλούτη και τα κτήματα του απ' τους Τούρκους και έτσι έπεσε σε παρακμή. Το 1821 πυρπολήθηκε ο ναός και "έμεινεν ερείπιον σωζόμενου μόνον του μέρους του ιερού Βήματος και του τρούλλου ετοιμόρροπου" καθώς μας πληροφορεί ο Σεραφείμ. Στα χρόνια 1867-1871 έγινε ριζική ανακαίνιση του ναού με εκτεταμένες επισκευές, συμπληρώσεις και ανακατασκευές, οπότε το μνημείο πήρε τη σημερινή του μορφή. Τότε προστέθηκε ο νάρθηκας και κατασκευάσθηκε ο περιβολότοιχος με το κωδωνοστάσιο καθώς μαρτυρούν δύο εντειχισμένες ενεπίγραφες πλάκες.

Το εξωτερικό του ναού

Το μνημείο παρουσιάζει έναν ιδιότυπο συνδυασμό σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού στο ανατολικό του τμήμα και τρίκλιτης βασιλικής στο δυτικό. Ο αρχιτέκτονας - αρχαιολόγος Γεώργιος Βελένης και ο Παν. Βοκοτόπουλος συμφωνούν ότι ο αρχικός ναός ήταν σταυροειδής εγγεγραμμένος στον τύπο των δικιονίων -όπως είναι ο Άγιος Νικόλαος της Ροδιάς και η Κόκκινη Εκκλησιά στο Βουργαρέλι- αλλά κατά την ανακαίνιση του 1870, το δυτικό τμήμα του ναού αντικαταστάθηκε με την τρίκλητη βασιλική, στην οποία προστέθηκε ο νεότερος νάρθηκας. Οι σημαντικές αυτές αλλαγές και το πλήθος των μικροεπισκευών που έγιναν το 1870, προκάλεσαν αλλοιώσεις στην εξωτερική μορφή του κτιρίου, πολλές απ' τις οποίες είναι αποτυπωμένες στην τοιχοποιία και εύκολα τις διακρίνει κανείς με απλή παρατήρηση. Πρόσφατα έγιναν εργασίες στήριξης και αναπαλαίωσης του μνημείου, το οποίο έτσι ανέκτησε μέρος απ' τη χαμένη του λάμψη.

Ο οκτάπλευρος τρούλλος είναι στο μεγαλύτερο μέρος του αδιακόσμητος, στοιχείο που οδήγησε τον Ορλάνδο να εικάσει ότι πρόκειται για μεταγενέστερη κατασκευή. Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι ο τρούλλος κατασκευάστηκε συγχρόνως με το αρχικό κτίσμα, επειδή όμως είχε υποστεί πολλές ζημιές μετά την κατερείπωση του μνημείου το 1821 χρειάστηκε να γίνουν επισκευές και ανακατασκευές, οι οποίες είναι εμφανείς στο μεταξύ της στέγης και των παραθύρων τμήμα του. Η ελαφρά κλίση του προς τα δυτικά οφείλεται στη μερική κατάπτωση του δυτικού συστήματος στήριξης του γεγονός που επέβαλε την κατασκευή (το 1870) κτιστών κιόνων, όσο και την εσωτερική κάλυψη των πλάγιων σκελών του σταυρού όχι με καμάρες αλλά με φουρνικά, στοιχεία και τα δυο που αποτελούν γνωρίσματα της ναοδομίας στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο τρούλλος είναι κατασκευασμένος από πλίνθους εκτός απ' τις στρογγυλεμένες γωνίες των πλευρών του, όπου έχουμε και κανονικές σειρές λίθων με την παρεμβολή πλίνθων.

Γενικά η τοιχοδομή των μακρών πλευρών του μνημείου στα τμήματα που ανακατασκευάσθηκαν είναι απλή και αδιακόσμητη, σε αντίθεση με την επιμελημένη τοιχοποιία και την πληθωρική κεραμοπλαστική διακόσμηση που συναντούμε στην ανατολική πλευρά και στα τύμπανα των αετωμάτων της εγκάρσιας κεραίας του Σταυρού. Τα αρχικά πλινθόκτιστα μονόλοβα και δίλοβα τοξωτά παράθυρα αντικαταστάθηκαν με απλά ορθογώνια, κατά τις επισκευές που έγιναν το 1870.

Μπορούμε να πούμε ότι η εξωτερική ομορφιά αυτού του μνημείου βρίσκεται στο σχήμα του και κυρίως στον κεραμοπλαστικό του διάκοσμο. Η κόγχη του ιερού είναι εξ ολοκλήρου "κεντημένη" με πλίνθους σε διακοσμητικές ζώνες και ποικίλα σχέδια: οδοντωτές ταινίες, γεωμετρικά σχήματα, περίτεχνοι συνδυασμοί πριονωτών, κάθετων και παραλλήλων πλίνθων και ένα διακοσμητικό στοιχείο που μόνο σ' αυτόν το ναό συναντάται: ταινίες με τεθλασμένες ή κυματοειδείς πλίνθους που πλάστηκαν προτού ψηθούν -πάνω στο κτίσιμο- με το μυστρί, ένδειξη πως κύρια επιδίωξη του τεχνίτη ήταν η πρωτοτυπία.

Παρόμοια διακοσμητικά θέματα βρίσκουμε και στα τύμπανα της κεραίας του σταυρού, όπου εκτός των άλλων δεσπόζουσα θέση κατέχουν δύο πλίνθινες επιγραφές, οι οποίες εκτείνονται σε όλο το πλάτος των δύο τύμπανων. Στη νότια πλευρά υπάρχει η εξής επιγραφή:

"Στα(υ)ρωπίγιο(ν) πατριαρχηκόν" ενώ η επιγραφή του βόρειου τύμπανου είναι: "Το αγι(α)σθέν παρά Γερμανού και οικουμενικού Πατριάρχου]".

Απ' τις επιγραφές αυτές μπορούμε έμμεσα να υπολογίσουμε το χρόνο ίδρυσης του ναού και επιπλέον μαθαίνουμε ότι η μονή ήταν σταυροπηγιακή, δηλαδή υπαγόταν απευθείας στο Πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης, κατά τη θεμελίωση δε του ναού μιας τέτοιας μονής ο Πατριάρχης έστελνε σταυρό χρυσό ή ασημένιο που τοποθετούνταν στα θεμέλια.

Το εσωτερικό του ναού

Εσωτερικά ο ναός δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο αρχικός κυρίως ναός μαζί με τον τότε νάρθηκα καταλάμβαναν τις διαστάσεις του σημερινού κυρίως ναού, αλλά το 1870 γκρεμίστηκε ο τοίχος που χώριζε τα δύο μέρη, στη θέση του τοποθετήθηκαν οι δύο δυτικές κολώνες κι έτσι ο ναός πήρε τη σημερινή εσωτερική του όψη. (Την επιβεβαίωση αυτής της αλλαγής έφερε ανασκαφική τομή στο κεντρικό κλίτος του ναού, κατά την οποία βρέθηκε η βάση του τοίχου που χώριζε τον παλαιό νάρθηκα απ' τον κυρίως ναό).

Γραπτός διάκοσμος στον κυρίως ναό δεν υπάρχει, εκτός απ' τον Παντοκράτορα στον τρούλλο και μια τοιχογραφία του 19ου αιώνα πλάι στο Δεσποτικό. Σ' αυτή έχουμε τη σπάνια -σα θέμα- απεικόνιση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ-Θεοφόρου (το κεφάλι του Θεού εικονίζεται στην κοιλιακή χώρα του Αρχαγγέλου) να παίρνει την ψυχή του φιλάργυρου, ενώ την διεκδικεί δικαιωματικά... και ο Διάβολος που καραδοκεί. Οι τοιχογραφίες στην κόγχη του ιερού και στην Πρόθεση έγιναν το 1873 απ' το Σαμαρινιό Αθανάσιο Ζωγράφο και είναι εξαιρετικής τέχνης με εναργέστατα χρώματα, διατηρούνται δε σε άριστη κατάσταση. Εντυπωσιακότατη είναι η τοιχογραφική παράσταση της Παναγίας αιματοδακρύζουσας, καθώς οδυνάται ενώπιον του άψυχου Ιησού, στην κόγχη της Πρόθεσης. Πρόκειται για αριστουργηματική σύνθεση και η σπανιότητα του θέματος καθιστά το έργο ιδιαίτερα αξιόλογο. Της ίδιας εποχής είναι και το ξύλινο τέμπλο με τις καλοδιατηρημένες φορητές εικόνες του και το εξαιρετικής τέχνης Βημόθυρο, όπου ξεχωρίζει η εικόνα της Παναγίας στην παράσταση του Ευαγγελισμού - έργο του ίδιου Σαμαρινιού ζωγράφου. Θεωρείται βέβαιο πως παλιά υπήρχαν τοιχογραφίες σ' όλο το εσωτερικό του ναού, αλλά καταστράφηκαν απ' τη βροχή, όταν για πολλά χρόνια ο ναός παρέμεινε ασκεπής, μετά την κατάρρευση της στέγης του το 1821.

Τέλος, απ' το αρχικό γύψινο τέμπλο, μοναδικό απομεινάρι είναι ένα κομμάτι πεσσίσκου -στολισμένο με ανάγλυφες φυτικές διακοσμήσεις- που υπάρχει εντειχισμένο στην κορυφή του αετώματος της εξωτερικής βόρειας πλευράς.

Σήμερα τίποτα πια δε θυμίζει τις παλαιές καλές μέρες του μοναστηριού. Τα κελλιά εξαφανίστηκαν, τα πλούτη αρπάχτηκαν, έμεινε όμως το όμορφο βυζαντινό ερημοκλήσι, σιωπηλός μάρτυρας μιας χαμένης λάμψης, ανταύγεια μιας μακρινής δοξασμένης εποχής, της εποχής του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Ιερά Μονή Κάτω Παναγιάς

Iδρύθηκε τo 1250 περίπου, δι' εξόδων του Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα, Δεσπότη Ηπείρου, συζύγου της Αγίας Θεοδώρας και από τότε λειτουργεί αδιάκοπα ως κοινόβιο (γυναικείο σήμερα).

Εγκαταβιώνουν σήμερα 12 μοναχές με Ηγουμένη την Μοναχή Χαριτίνη Μπαρμπαρέσιου. Ο Εσωτερικός Κανονισμός της Ιεράς Μονής δημοσιεύθυκε στο περιοδικό "Εκκλησία" στις 16 Νοεμβρίου 1982 (σ.σ. 97-101). 
Μετόχι της Ιεράς Μονής είναι η Παναγία Οδηγήτρια που βρίσκεται εντός της πόλεως της Άρτης.

ΤΗΛ: 2681024829, 2681027660

Ακολουθώντας ο επισκέπτης το δρόμο που οδηγεί στα καμποχώρια αριστερά του Αράχθου, και περνώντας πλάι σε πυκνοφυτεμένους μπαξέδες σύρριζα στο λόφο της Περάνθης, φτάνει μετά από πολύ σύντομη διαδρομή στο ονομαστό μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς. Πρόκειται για σπουδαίο μνημείο, κτισμένο σε όμορφη τοποθεσία, με ιστορία και παράδοση που ξεπερνούν τα συνήθη όρια μιας μονής. Σήμερα είναι ενεργό γυναικείο μοναστήρι και διατηρεί εξωτερικά σχεδόν στο ακέραιο την αρχική του λαμπρότητα και εσωτερικά την παλιά μυσταγωγική του ατμόσφαιρα. Απ' τα μετόχια του -δείγμα της ακμής του και σήμερα- ξεχωρίζει το μοναστήρι της Βύλιζας με τις θαυμάσιες τοιχογραφίες του καθολικού του, στο Ματσούκι των Τζουμέρκων.

Ο ναός τιμάται στη Γέννηση της Θεοτόκου και ονομάστηκε Κάτω Παναγιά σε αντιδιαστολή προς το μεγάλο "καθεδρικό" ναό της βυζαντινής Άρτας, την Παναγία την Παρηγορήτισσα. Κτίστηκε το 13ο αιώνα (1250 - 1260) απ' το Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Δούκα, όπως συνάγεται από σχετικές επιγραφές. Ο Πυλώνας στη νότια είσοδο του μοναστηριού, εκτός απ' την τοξωτή πύλη και τις αλλεπάλληλες καμάρες του Διαβατικού, παρέμεινε ερειπωμένος για πολλά χρόνια. Κατά την ανακατασκευή που έγινε πρόσφατα, καταβλήθηκε προσπάθεια να ανακτήσει το κτίσμα την παλιά του όψη. Τα κελλιά καταστράφηκαν πολλές φορές στα χρόνια της τουρκοκρατίας, τα σημερινά δε κτίσματα είναι νεότερες κατασκευές (του περασμένου αιώνα). Οι δύο οντάδες στα δυτικά, ο πυλώνας και ο περιβολότοιχος των δύο μπαξέδων του μοναστηριού, έγιναν απ' τον ηγούμενο Βενέδικτο, το 1842 Τα βόρεια και ανατολικά κελλιά, διατηρούν την παραδοσιακή τους αρχιτεκτονική, με τους οντάδες τους, τις κιονοστήρικτες στοές και τα τοξωτά υποστύλια. Τα κελλιά ανακαινίστηκαν πρόσφατα. Μέσα στον περίβολο του μοναστηριού υπάρχει και το παρεκκλήσι της Αγίας Άννας -μικρή πλακοσκέπαστη βασιλική χωρίς τοιχογραφίες- κτίσμα του 1880, ενώ έξω απ' τον περίβολο κτίστηκε πριν λίγα χρόνια με έξοδα του μοναστηριού ωραιότατος ναός προς τιμήν του νεομάρτυρος Αγίου Ζαχαρίου του εξ Άρτης.

Ο εσωτερικός μπαξές (δηλαδή το εκπληκτικό "ντύσιμο" της αυλής με λεμονιές και πορτοκαλιές) καθώς και οι παρτέρες και οι ανθόκηποι, κάνουν το χώρο πραγματικό "περιβόλι της Παναγιάς" και αποζημιώνουν τον επισκέπτη "κερνώντας" τον ευωδιά και αγαλλίαση.

Το εξωτερικό του ναού

Είναι σταυρεπίστεγος ναός με ποικιλόμορφη στέγη σε ανισοϋψή επίπεδα που του προσδίδουν χάρη και πλαστικότητα και κάνουν σχεδόν ανεπαίσθητη την έλλειψη τρούλλου. Τα σκέλη του σταυρού της στέγης καταλήγουν βόρεια και νότια σε ψευδοαετώματα που επιστέφουν πολύ υψηλά τύμπανα. Ανατολικά ο ναός καταλήγει σε τρεις τρίπλευρες κόγχες, ενώ η δυτική πλευρά του καλύπτεται από τοιχογραφίες -μοναδικό απομεινάρι απ' τον εσωτερικό διάκοσμο μεταγενέστερου νάρθηκα. Ο νάρθηκας αυτός μας είναι άγνωστο πότε προστέθηκε -οπωσδήποτε πριν το 1745, αφού τόσο αυτός όσο και το επίσης άγνωστου χρόνου κατασκευής πρόσθετο κωδωνοστάσιο που είναι ενσωματωμένο στη βόρεια πλευρά του ναού, υπάρχουν σε σχεδιάγραμμα αυτής της χρονολογίας. Εκείνο που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι ο νάρθηκας, για άγνωστη αιτία ανακατασκευάστηκε στα μέσα του περασμένου αιώνα, ίσως το 1842, επειδή όμως δεν "έδενε" με το παλιό κτίσμα, γκρεμίστηκε το 1954. έμειναν όμως απ' την εσωτερική του διακόσμηση οι τοιχογραφίες που βλέπουμε εξωτερικά στη δυτικήπλευρά του ναού και οι οποίες στεγάστηκαν με ξύλινο σκέπαστρο για προστασία τους από τη βροχή.

Το 1875 έγινε μεγέθυνση του ανοίγματος της δυτικής θύρας του ναού με αποτέλεσμα να καταστραφεί τμήμα των εξωτερικών τοιχογραφιών -απόδειξη ότι αυτές οι τοιχογραφίες υπήρχαν και στον προηγούμενο νάρθηκα. Την ίδια χρονιά έγινε η περίτεχνη βόρεια πύλη του ναού, όπως μας πληροφορεί σχετική επιγραφή.

Η τοιχοποιία του μνημείου δεν παρουσιάζει ομοιογένεια. Στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από οριζόντιες στρώσεις λίθων κατά το πλινθοπερίβλητο σύστημα, στη βόρεια όμως και νότια πλευρά, κάποια τμήματα είναι κτισμένα με μεγάλους κανονικούς ασβεστόλιθους παρμένους από κτίρια της αρχαίας Αμβρακίας, ανάμεσα δε στις πέτρες παρεμβάλλονται ακανόνιστα πλίνθοι. Ο ναός αρχικά είχε πέντε εισόδους (δύο στα πλάγια τύμπανα και τρεις στη δυτική πλευρά) απ' τις οποίες οι τέσσερις φράχτηκαν, όπως εύκολα διακρίνεται στην τοιχοποιία. Η σημερινή βόρεια είσοδος ανοίχτηκε το 1876 σύμφωνα με σχετική επιγραφή που υπάρχει στο επιστύλιό της.

Υπάρχουν άλλες δύο επιγραφές στην εξωτερική επιφάνεια του μνημείου: η μια είναι σε πωρόλιθο του δυτικού ποδαρικού του βόρειου τύμπανου και περιέχει τους εξής έμμετρους στίχους: "πύλας ημίν άνοιξον, ω Θ(ε)ού μ(ήτ)ερ, της μετανοίας, του φωτός ούσα πύλη". λίγο πιο πέρα υπάρχει χαραγμένο σταυροειδές συμπίλημα Δ-Μ/Π-Ρ

το οποίο -κατά τον Ορλάνδο- πιθανόν διαβάζεται: Δ(εσπότη) Μ(ιχαήλ) Π(αράσχου) Ρ(ύσιν)". Η άλλη επιγραφή είναι πλίνθινη και βρίσκεται στο νότιο ψηλό τύμπανο, αλλά δυστυχώς είναι δυσανάγνωστη απ' τις φθορές (μόνο τέσσερις λέξεις διακρίνονται). Λίγο πιο κάτω υπάρχει κι άλλο πλίνθινο συμπίλημα Μ-Χ/Δ-Κ που κι αυτό διαβάζεται σταυρωτά: Μιχαήλ Δούκας.

Ο ναός έχει πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο, κυρίως στις κόγχες του ιερού, στα δύο ψηλά τύμπανα της εγκάρσιας κεραίας του σταυρού και στο άνω μέρος της δυτικής πλευράς, όσο δεν έχει καλυφθεί απ' τις μεταγενέστερες τοιχογραφίες. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία διακοσμητικών σχεδίων: μαίανδροι, οδοντωτές ταινίες, αλυσίδες, γεωμετρικά σχήματα, δίσκοι κ.ά.

Οι εξωτερικές τοιχογραφίες της δυτικής πλευράς είναι εξαιρετικής τέχνης και διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση. Οι συνθέσεις τους - αν και θεματολογικά δεν παρουσιάζουν πρωτοτυπία -είναι εντυπωσιακές. Δεν έχουμε στοιχεία για το χρόνο κατασκευής τους, αλλά οπωσδήποτε είναι αρκετά μεταγενέστερες του τοιχογραφικού στρώματος του κυρίως ναού. Πιθανότατα έγιναν το 1842. Γενικά θα λέγαμε ότι η ύπαρξη εξωτερικών τοιχογραφιών και οι αρχιτεκτονικές ιδιορρυθμίες, είναι τα στοιχεία που συνιστούν την ιδιαιτερότητα του ναού της Κάτω Παναγιάς.

Το εσωτερικό του ναού

Ο κυρίως ναός διαιρείται με δύο κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη τα οποία καλύπτονται με κυλινδρικούς θόλους και "ασπίδες". Οι δύο δυτικές κολώνες συνδέονται μεταξύ τους με εγκάρσιο τόξο και αντικρίζουν σε αντίστοιχες παραστάδες που εξέχουν απ' τους πλάγιους τοίχους του ναού, έτσι ώστε όλος αυτός ο δυτικός χώρος να λαμβάνει το χαρακτήρα σαφούς εσωνάρθηκα. Το μεσαίο κλίτος υψώνεται περισσότερο απ' τα άλλα κι ο θόλος του διασταυρώνεται μπροστά απ' το ιερό με την ψηλότερη εγκάρσια καμάρα των σκελών του σταυρού, σχηματίζοντας πάνω απ' το σημείο διασταύρωσης ένα είδος ορθογώνιου "τυφλού" τρούλλου, (τρουλλοκαμάρα).

Τα κιονόκρανα και οι βάσεις των κιόνων που χωρίζουν τα κλίτη είναι παρμένα από υστερορωμαϊκά κτίρια της Αμβρακίας, γι' αυτό και είναι ανομοιόμορφα. Ο γλυπτός διάκοσμος του ναού είναι πολύ φτωχός, περιορίζεται δε σε δύο κομμάτια του αρχικού μαρμάρινου τέμπλου που ήταν εντειχισμένα στα κελλιά και στον πυλώνα και σήμερα βρίσκονται στο "μουσείο".

Ο ναός διατηρεί ακέραιο τον εσωτερικό του γραπτό διάκοσμο, έργο του 1717 όπως μας πληροφορεί σχετική επιγραφή γραμμένη πάνω από τη θύρα του εσωνάρθηκα. Οι συνθέσεις παρουσιάζουν ομοιογένεια, καλό σχέδιο και δύναμη έκφρασης στις μορφές. Κάτω απ' αυτό το ζωγραφικό στρώμα, ο Ορλάνδος αποκάλυψε στο διακονικό τμήματα τοιχογραφιών του αρχικού στρώματος, το οποίο εικάζεται ότι είναι σύγχρονο της κατασκευής του ναού (13ος αιώνας). Άλλη επιγραφή μας πληροφορεί ότι το τοιχογραφικό στρώμα του ιερού έγινε το 1857, όταν ηγούμενος της μονής ήταν ο πολύς Κωνστάντιος. ο Ορλάνδος όμως -κρίνοντας με βάση την τεχνοτροπία των συνθέσεων- θεωρεί ότι το 1857 δεν έχουμε ιστόρηση (δηλαδή κατασκευή τρίτου ζωγραφικού στρώματος) αλλά απλό φρεσκάρισμα των τοιχογραφιών του 1717.

Αξιοσημείωτη είναι και μια καινοτομία που παρουσιάζει ο γραπτός διάκοσμος της Κάτω Παναγιάς: στο θόλο του τρούλλου δεν εικονίζεται, όπως συνήθως, ο Παντοκράτορας αλλά η Ανάληψη. Οι ολόσωμοι ασκητές όσιοι της κάτω διακοσμητικής ζώνης φέρουν έξεργα φωτοστέφανο. Το νεότερο ακαλαίσθητο κτιστό τέμπλο εικονογραφήθηκε το 1831 σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει πάνω απ' τη θύρα της πρόθεσης. Από άλλες επιγραφές μαθαίνουμε πότε έγιναν επισκευές και ανακατασκευές σε τμήματα τοιχογραφιών που είχαν φθαρεί. Ακόμη σώθηκαν δύο ωραίες εικόνες απ' το προηγούμενο εικονοστάσι που σήμερα φυλάσσονται στο μουσείο: η μία με το Χριστό ένθρονο του 1678 και η άλλη του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου του 1699. Γενικά ο γραπτός διάκοσμος του μνημείου ομοιάζει με εκείνον του Αγίου Βασιλείου της Αγοράς, και επειδή δεν απέχουν πολύ χρονικά, δεν αποκλείεται να είναι έργο του ίδιου τεχνίτη.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι μοναδικό στολίδι στο εσωτερικό του ναού είναι ο γραπτός του διάκοσμος, ο οποίος όμως χρειάζεται τη διαρκή φροντίδα μας, για να ξαναβρεί το μνημείο την παλιά εσωτερική του λαμπρότητα. Το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς έχοντας στο ξεκίνημα της ζωής του την εύνοια του υψηλού του κτήτορα, γρήγορα έφτασε στο απώγειο της ακμής του, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να σταθεί με τα δικά του πόδια όρθιο στους χαλεπούς καιρούς και τις ποικίλες αντιξοότητες που ακολούθησαν. Απήχηση αυτής της λάμψης του βρίσκουμε στα πολλά μετόχια που είχε κατά καιρούς κι απ' τα οποία -παρά τις δηώσεις που γνώρισε η μονή στα χρόνια της τουρκοκρατίας- μερικά διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας.

Σήμερα, χάρη στη συνεχή φροντίδα των γυναικών μοναχών το μοναστήρι κρατιέται ζωντανό και, κόντρα στο χρόνο, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παλιά του λάμψη και γραφικότητα. Το αρμονικό σμίξιμο ιστορίας και τέχνης, ομορφιάς και παράδοσης, η ευωδιά των ανθισμένων μπαξέδων και οι μελωδικοί ύμνοι των γυναικείων φωνών, χαρίζουν στον επισκέπτη μια πρωτόγνωρη εμπειρία, την οποία αξίζει να έχει ο καθένας μας.

Παρέχεται από την Περιφέρεια Ηπείρου - Σύστημα Περιήγησης Μνημείων © EpirusTreasures.gr

Ενημερωθείτε ηλεκτρονικά για τα νέα μας

logo imartis small white