• Αρχική
  • Τοπική Αγιολογία
  • Η Αγία Θεοδώρα
  • Τοπική Αγιολογία

Σύναξις των εν Μητροπόλει Άρτης Αγίων

damaskinos stouditis

ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΕΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΑΡΤΗΣ ΑΓΙΩΝ

Ἀπολυτίκιον
Συνάξεως τῶν ἐν Μητροπόλει Ἄρτης Ἁγίων
Ἦχος πλ. Α’. Τὸν συνάναρχον.
Τοὺς ἐν Ἄρτῃ Ἁγίους ἀνευφημήσωμεν,
Θεοδώραν Βασίλισσαν καὶ τὸν Μάξιμον,
καὶ σεπτοὺς Δαμασκηνόν τε καὶ Παρθένιον,
καὶ Ἀπόστολον ὁμοῦ σὺν Θεοχάρει τοὺς κλεινούς,
καὶ μάρτυρα Ζαχαρίαν∙
Θεοῦ γὰρ ὄντες οἰκεῖοι
ὑπὲρ ἡμῶν Χριστῷ πρεσβεύουσιν.

Ο Άγιος Δαμασκηνός Γ' ο Στουδίτης

damaskinos stouditis

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ Γ'
Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ

Υπήρξε από τους λογιώτερους και εναρέτους κληρικούς της εποχής του.
Εκοιμήθη το 1577
Η μνήμη του τιμάται στις 27 Νοεμβρίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης. 
Τὸν Λητῆς καὶ Ρεντίνης χρυσολόγον ἐπίσκοπον, εἶτα δὲ Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης
θεοφόρητον πρόεδρον, τὸν θεῖον καὶ σοφὸν Δαμασκηνὸν, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις
ἱεροῖς, τὸν διδάξαντα τῇ βίβλῳ αὐτοῦ λαούς, πρὸς ὅν καὶ ἀνακράζουσι· δόξα τῷ
σὲ σοφίσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ταμιεύσαντι ἐν σοί, χαρίτων
θησαυρὸν Αὐτοῦ.

Ο βίος και τα έργα του Αγίου Δαμασκηνού Γ' του Στουδίτη

Το έτος 1574 μ.Χ φθάνει στην Άρτα, ως Μητροπολίτης της Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Άρτης και έξαρχος πάσης Αιτωλίας, ο Δαμασκηνός Γ΄ ο Στουδίτης, ένας από τους λογιώτερους και πιο ενάρετους κληρικούς της εκκλησίας μας. Η μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτης περιλάμβανε τότε την Αιτωλοακαρνανία, την Άρτα και την Πρέβεζα, και είχε ως έδρα της αρχικά την Ναύπακτο, και αργότερα την Άρτα (από το έτος 1546 μ.Χ).
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη· ο ίδιος στο έργο του «Θησαυρός» υπογράφει ως Θεσσαλονικεύς, και σε επιστολές του  ως Θεσσαλός· γι’ αυτό μερικοί λέγουν ότι μπορεί να έχει καταγωγή από τη Θεσσαλία ή, όπως λέγει ο  Χριστόφορος Φιλιτάς (καθηγητής, γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1780 μ.Χ),  επειδή έγινε επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης, «ἡ ὁποία εἶναι μία τῶν ὑπό τὸν Θεσσαλονίκης τελουσῶν ἐπισκοπῶν εἰς τὴν δευτέραν λεγομένην Θεσσαλίαν, ἤτοι εἰς τὴν Μεσημβρινήν Μακεδονίαν» υπογράφει και ως Θεσσαλός.  Γεννήθηκε γύρω στα 1520 μ.Χ. Στην πατρίδα του έλαβε άριστη μόρφωση και κυρίως σπούδασε την αρχαία ελληνική γλώσσα στην Ελληνική Σχολή που υπήρχε στην πόλη. Ύστερα μετέβηκε, πριν από το έτος 1546, στην Κωνσταντινούπολη και παρακολούθησε στην Πατριαρχική Ακαδημία τα μαθήματα του Σχολάρχη, σοφού διδασκάλου Θεοφάνους Ελεαβούλκου, του Νοταρά, που ήταν από τη Βέροια και δίδασκε δίπλα στην εκκλησία της Χρυσοπηγής, στη συνοικία του Γαλατά, μέχρι το έτος περίπου 1546 μ.Χ. Ήταν δε ο Δαμασκηνός Στουδίτης ο θαυμαστότερος μαθητής του Ελεαβούλκου, σύμφωνα με τον Δωρόθεο Μονεμβασίας, όπως λέγει ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος, στο βιβλίο του «Δοκίμιον ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, σελ. 103-104).  Παράλληλα με τη μαθητεία του ο Δαμασκηνός κήρυττε και το λόγο του Θεού.
Μετά το τέλος των σπουδών του εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Δαμασκηνός, καὶ τὴν επωνυμία Στουδίτης, απὸ τη μονή Στουδίου της Κωνσταντινουπόλεως· Το καθολικό της μονής αυτής βέβαια είχε ήδη μετατραπεί σε τζαμί κατά  τα μέσα του 16ου αιώνα, και η αδελφότητα των Στουδιτών κατέφυγε, σε άλλη περιοχή, που δεν μας είναι γνωστή.
Ύστερα έλαβε και τη χειροθεσία του υποδιακόνου, και ως μοναχός και υποδιάκονος κήρυττε με ζήλο το λόγο του Θεού στην Κωνσταντινούπολη. Πολλές από τις ομιλίες εκείνης της περιόδου, πριν γίνει μοναχός, αλλά και μετά, ύστερα από παράκληση των πιστών, τις συγκέντρωσε σε ένα βιβλίο και το εξέδωσε αργότερα στη Βενετία με τον τίτλο: «Βιβλίον ὀνομαζόμενον Θησαυρός, ὅπερ συνεγράψατο ὁ ἐν Μοναχοῖς Δαμασκηνός ὁ ὑποδιάκονος καὶ Στουδίτης ὁ Θεσσαλονικεύς». Περιέχει 43 λόγους· από αυτούς οι 12 αναφέρονται σε βίους Αγίων, ενώ οι υπόλοιποι σε  διάφορες Δεσποτικές και Θεομητορικές γιορτές. Ακολουθώντας τους ρητορικούς κανόνες, διαιρεί τους λόγους του σε τρία μέρη· 1) το προοίμιο 2) την υπόθεση (διήγηση) και 3) τον προτρεπτικό ή συμβουλευτικό λόγο.
Ο Δαμασκηνός κατείχε άριστα την αρχαία ελληνική γλώσσα, και δίδασκε, παράλληλα με το θείο λόγο, και τη γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Μαθητής του ήταν και ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄ ο Τρανός (1572-1579 α΄ πατριαρχία). Μεταξύ των ετών 1550 μ.Χ. και 1558 μ.Χ   ο Δαμασκηνός δραστηριοποιείται στην περιοχή των Τρικάλων, πολύ πιθανό ως διδάσκαλος της σχολής που υπήρχε εκεί. Πριν από το έτος 1558 μ.Χ έλαβε την ιερωσύνη.
Το 1560 μ.Χ στο ναό των Αρχαγγέλων (Ροτόντα) της Θεσσαλονίκης χειροτονήθηκε επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης (είναι η σημερινή Μητρόπολη Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης), απὸ τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεωνά.
Οι αρετές του ήταν πολλές. Η μετριοφροσύνη και η ολιγάρκεια τον χαρακτήριζαν ιδιαίτερα. Συνάμα η μεγάλη του μόρφωση και τα πνευματικά του χαρίσματα προκαλούσαν σε όλους το θαυμασμό. Μάλιστα ένας ετερόδοξος, ο Γερμανός θεολόγος Στέφαν Γκέρλαχ (1566-1612 μ.Χ.) αναφέρει ότι ο Δαμασκηνός ήταν ένας από τους πιο μορφωμένους κληρικούς της εποχής του και ο πιο επαινετός «λόγω της μετριοφροσύνης, ολιγαρκείας και των άλλων αρετών του». Το 1564 ως επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης υπογράφει μαζί με εξήντα αρχιερείς την καθαίρεση του Πατριάρχη Ιωάσαφ, που κατηγορήθηκε για σιμωνία (χρηματισμό), και είχε γίνει μισητός λόγω του τυραννικού του δεσποτισμού· Εκεί υπογράφει: «ταπεινός ἐπίσκοπος Δαμασκηνός ἔχων καὶ τὴν γνώμην τοῦ Σερβίων ὑπέγραψα».
Η μεγάλη του μόρφωση και προπαντός τα ψυχικά του χαρίσματα τον κατέστησαν πολύ αγαπητό στους Πατριάρχες της Πόλης, και άξιο της εμπιστοσύνης τους. Γι’ αυτό ανέθεταν αποστολές σε αυτόν τον επίσκοπο της μικρής επισκοπής Λητής και Ρεντίνης για θέματα της εκκλησίας, και όχι σε άλλους Ιεράρχες μεγάλων Μητροπόλεων. Ο Πατριάρχης Μητροφάνης ο Γ΄(1565-1572), άνθρωπος με μεγάλη μόρφωση, τον εκτιμούσε πολύ· τον έστειλε ως πατριαρχικό έξαρχο στο Άγιο Όρος (1567 μ.Χ), και στην ορθόδοξη εκκλησία της Μικράς Ρωσίας. Η Μικρά Ρωσία, με πρωτεύουσα το Κίεβο, εκκλησιαστικά υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Σε αντίθεση με τη λεγόμενη Μεγάλη Ρωσία, δηλαδή την αυτοκρατορία των ορθοδόξων Τσάρων της Ρωσίας, η Μικρά Ρωσία, που περιλάμβανε την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, βρισκόταν πολιτικά κάτω από την κυριαρχία του Ρωμαιοκαθολικού βασιλιά της Πολωνίας και Λιθουανίας Σιγισμούνδου Β΄(1544-1572), πράγμα που δημιουργούσε πολλά προβλήματα στους πολυάριθμους ορθόδοξους Χριστιανούς, που κατοικούσαν εκεί· επί επτά χρόνια ο Δαμασκηνός  αγωνίστηκε, για να στηρίξει τον ορθόδοξο λαό της περιοχής, ενάντια στην προπαγάνδα των μισσιοναρίων του παπισμού.
Μεγαλύτερη εκτίμηση στο πρόσωπο του Δαμασκηνού έτρεφε ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄ ο Τρανός, και επειδή ο Δαμασκηνός ήταν δάσκαλός του. Επί της πατριαρχίας του ο Δαμασκηνός έλαβε μέρος στη σύνταξη της πατριαρχικής δογματικής απαντήσεως (1572-1573 μ.Χ) στους Λουθηρανούς της Τυβίγγης. Η απάντηση αυτή στηριζόταν στην Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των επτά οικουμενικών συνόδων και στα κείμενα των πατέρων, και αναφερόταν στις διαφορές με τους προτεστάντες σε θέματα δογματικά, μυστηρίων, λατρείας και στα μέσα σωτηρίας του ανθρώπου.
Ακόμη ο Πατριάρχης διόρισε τον Δαμασκηνό, αν και ήταν μόνο επίσκοπος και όχι Μητροπολίτης, τοποτηρητή της αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, κατά τη διάρκεια της απουσίας του σε περιοδεία στις μητροπόλεις της Πελοποννήσου, από την 19η Οκτωβρίου του 1573 μέχρι τον Ιούλιο του 1574.
Όταν επέστρεψε από την περιοδεία του ο Πατριάρχης Ιερεμίας, προήγαγε, με συνοδική απόφαση, το Δαμασκηνό σε Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτας.
Έτσι ο ορθόδοξος λαός της Τουρκοκρατούμενης Άρτας, που τότε ήταν η έδρα της Μητρόπολης Ναυπάκτου και Άρτας, υποδέχτηκε τον νέο της Μητροπολίτη, έναν από τους πιο μορφωμένους, ενάρετους και δυναμικούς Μητροπολίτες. Σε επιστολὴ του ο Στέφαν Γκέρλαχ (ήταν τότε ιερέας στη Γερμανικὴ πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη) με ημερομηνία 27 Νοεμβρίου του 1575,  προς τον φιλέλληνα Γερμανὸ καθηγητή φιλολογίας Μαρτίνο Κρούσιο, ονομάζει τὸν Δαμασκηνὸν «ναυπάκτου μητροπολίτην και άρτης, ἤ ακαρνανίας», και ο Κρούσιος σημειώνει ότι φέρει και τὸν τίτλον του «αιτωλίας εξάρχου».
Ο Δαμασκηνός Στουδίτης ήδη είχε γράψει πολλούς λόγους, τους περισσότερους σε απλή γλώσσα, ώστε να είναι κατανοητοί από τον απλό λαό. Έγραψε όμως και στην αρχαία διάλεκτο και μάλιστα την Ομηρική, διότι άριστα την κατείχε. Τέτοιο έργο είναι ποίημα που αναφέρεται στην Κοίμηση της Θεοτόκου με τίτλο:
«Στίχοι ἡρωελεγειακοί
Δαμασκηνοῦ τοῦ Ὑποδιακόνου καὶ Στουδίτου
εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου καὶ Παρθένου Μαρίας».
Αποτελείται από 124 στίχους και αφηγείται, σε διαλογική μορφή, τα σχετικά με το θάνατο της Παναγίας, που περιστοιχιζόταν από τον Απόστολο Παύλο και τους δώδεκα άλλους Αποστόλους.
Ο Δαμασκηνός υπήρξε και υμνογράφος. Κατά το έτος 1558, όταν ήδη ήταν ιερομόναχος, συνέταξε ακολουθία στον Άγιο Νεομάρτυρα Νικόλαο (γιορτάζει στις 14 Φεβρουαρίου) απὸ το χωριό Ιχθύς (Ψάρι) της Κορινθίας, που μαρτύρησε το έτος 1554 στην Κωνσταντινούπολη.
Εκτός από τα παραπάνω έργα σώζονται και τα ακόλουθα:

  • «Φυσιολογία»: Είναι βιβλίο πρακτικών γνώσεων· ο πλήρης τίτλος είναι: «Φυσιολογία νέα τοῦ πανιερωτάτου μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης κυροῦ Δαμασκηνοῦ εἰς πεζὴν φράσιν»· το έργο σώζεται και με άλλο τίτλο: «Μερική διάγνωσις ἐκ τῶν παλαιῶν φιλοσόφων περί φύσεως, καὶ ἰδιωμάτων τινῶν ζώων, συναθροισθεῖσα παρά τοῦ ἐν ἀρχιερεῦσι λογιωτάτου κυρίου Δαμασκηνοῦ». Η Φυσιολογία, ένα από τα φυσιολογικά βιβλία της εποχής, αποτελούσε το μοναδικό σύγγραμμα αυτού του είδους στην ελληνική βιβλιογραφία έως τις αρχές του 18ου αιώνα. Περιγράφει διάφορα ζώα, της ξηράς, της θάλασσας, και πολλά πτηνά. Ήταν το περισσότερο διαδεδομένο βιβλίο του μετά τον «Θησαυρό». Διαιρείται σε 85 κεφάλαια.
  • «Δαμασκηνοῦ ἐπισκόπου Ρονδίνης (Ρενδίνης) διάλογος μετά τοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἤτοι ταλανισμός κατά τῶν νῦν τῆς Ἑλλάδος Ἐπισκόπων».
  • «Παραίνεσις πρὸς μοναχούς τοὺς θέλοντας σωθῆναι ἐν συνόπτῳ τοῦ ἐν ἐπισκόποις ἐλαχίστου Δαμασκηνοῦ Λιτῆς καὶ Ρενδίνης καὶ Προέδρου Πολυανῆς». (Η επισκοπή Λιτής και Ρεντίνης υπάχτηκε κάποια στιγμή στην επισκοπή Πολυανής (Δοϊράνης) και ο επίσκοπος πήρε τον τιμητικό τίτλο του Προέδρου Πολυανής. Σήμερα υπάρχει η Μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου).
  • «Λόγος πεζῇ φράσει εἰς τὸν Δεκάλογον τοῦ Μωϋσέως».
  • «Προγνωστικὰ σημεῖα περὶ βροχῆς, ἀνέμου, ἐκ τῶν ἀστέρων, καὶ ἐκ τῆς σελήνης ἐκ διαφόρων ποιητῶν καὶ διδασκάλων, ποίημα κυροῦ Δαμασκηνοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης». (Σώζεται στον κώδικα 1325 της Μ. Λαύρας και ίσως είναι το τελευταίο έργο του Δαμασκηνού).
  • «Κατάλογος χρονολογικὸς τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως μέχρι Ἱερεμίου».
  • Επιστολὲς. Έγραψε επιστολὲς προς φίλους του και συμμαθητές του, που μαρτυρούν για τη μεγάλη του μόρφωση και την ευγνωμοσύνη που έτρεφε στους διδασκάλους του. Μερικὲς επιστολές του ἦταν: Πρὸς Γεώργιον τὸν Αἰτωλόν, πρὸς τὸν Θεοφάνη, το μεγάλο ρήτορα, τὸν Ἰωάσαφ, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, τὸν Ἀρσένιο, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.ἄ. Ὁ Μ.Ι. Γεδεὼν (1851-1943), μεγάλος έλληνας λόγιος και ιστοριοδίφης,  δημοσίευσε 14  επιστολὲς του Δαμασκηνού στὴν Εκκλησιαστικὴ Αλήθεια (επίσημο όργανο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως), όλες γραμμένες σε ωραία αττική διάλεκτο.

Το πιο σημαντικό του έργο που το εξέδωσε ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο «Θησαυρός». Υπήρξε το πιο διαδεδομένο βιβλίο του, και στα χρόνια της τουρκοκρατίας ενίσχυε τους Έλληνες στις θλίψεις και στα μαρτύρια.
Η προσφορά του επεκτάθηκε, όταν μεταφράστηκε και στα τουρκικά (1731 μ.Χ) για τους τουρκόφωνους Έλληνες, στα σερβικά (1580 μ.Χ.), στα ρωσικά (1656, 1715 μ.Χ.), και στα βουλγάρικα. Οι βουλγαρικές μεταφράσεις, τα λεγόμενα Δαμασκηνάρια, συνέβαλαν πολύ στην ενίσχυση του ορθόδοξου βουλγαρικού λαού να μείνει σταθερός στην πίστη του στα χρόνια της τουρκοκρατίας και να αποφύγει τον εκτουρκισμό. Από τότε «ο Θησαυρός» εκδόθηκε πολλές φορές.
Ο Δαμασκηνός Στουδίτης ο Γ΄ υπηρέτησε τη Μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτης μόνο δύο χρόνια, 1574-1576 μ.Χ. Το 1577 άφησε το μάταιο αυτόν κόσμο και τάφηκε μάλλον στην Άρτα, που ήταν τότε η έδρα της μητροπόλεως. Ο θάνατός του ελύπησε πολλούς ορθοδόξους, που ένιωσαν πως έμειναν ορφανοί από τον πατέρα τους στα δύσκολα της τουρκοκρατίας χρόνια. Ο ιεροδιάκονος Συμεών, μάλλον ο Καβάσιλας, (ήταν λόγιος του 16ου αιώνα· γεννήθηκε στην Ακαρνανία (στη σημερινή Άρτα, που στα Βυζαντινά χρόνια έχει και το όνομα Ακαρνανία) σπούδασε στην Πάδουα της Ιταλίας και ύστερα μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου χειροτονήθηκε διάκονος· εγκαταστάθηκε στο Πατριαρχείο και δίδασκε. Κυρίως ασχολούνταν με τις φυσικομαθηματικές επιστήμες, αλλά και με μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών έργων στην απλή νεοελληνική. Μετέφρασε μύθους του Αισώπου και μερικούς λόγους του Ισοκράτη), έγραψε το παρακάτω επίγραμμα, όπου ονομάζει τον Δαμασκηνό σοφία των Ελλήνων και το θάνατό του κακή στιγμή.

«Τὸν πάρος εἴκελον Ἀθανάτοις γράψαντα τάδ’ ἄνδρα,
Φεῦ κόνις Αἰτωλῶν κρύψεν ἄδηλον ἅλις,
Ἑλλήνων μὲν τὴν σοφίαν βαρὺς ὤλεσεν αἰών,
Ὅς δὲ φιλέλληνας πάντας ἀπωρφάνισεν.
Εἰς τὸν σοφώτατον Μητροπολίτην Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Κύριον Δαμασκηνὸν καὶ τὴν αὐτοῦ βίβλον».

Δηλαδή: «Τον όμοιο με τους Αθάνατους άνδρα που έγραψε αυτά (τα έργα),
Αλίμονο, το χώμα των Αιτωλών έκρυψε αρκετά, ώστε να μη φαίνεται,
κακή στιγμή έφερε φθορά στη σοφία των Ελλήνων,
Αυτός δε άφησε ορφανούς όλους τους φιλέλληνες.
Στο σοφώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτης Κύριον Δαμασκηνόν και τα βιβλία του».

Για τη μεγάλη του προσφορά και την αγία ζωή του, το Οικουμενικό Πατριαρχεῖο το 2013, με τις ενέργειες του Μητροπολίτη Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ. Ιωάννη, τον ανεκήρυξε άγιο και όρισε να εορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Νοεμβρίου.
Είναι τιμή και ευλογία και για τη μητρόπολη Άρτας, που για δύο χρόνια ο πολύπαθος λαός της γεύτηκε την προσφορά και καθοδήγησή του.
Είθε και σήμερα να μας φωτίζει και να δέεται για μας τους σημερινούς χριστιανούς, να μείνουμε και να εμβαθύνουμε στην πίστη του Χριστού την αγία.

Οι Άγιοι Αυτάδελφοι Θεοχάρης & Απόστολος

Οι Άγιοι Αυτάδελφοι Θεοχάρης & Απόστολος

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΝΤΟΥΪΑ)
Κοιμήθηκαν στην Άρτα το έτος 1828 ο Θεοχάρης και το 1846 ο Απόστολος.
Η μνήμη τους τιμάται την Τετάρτη της Διακαινησίμου.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄ Τῆς ἐρήμου πολίτης
Τῶν κλεινῶν αὐταδέλφων τὴν δυάδα τιμήσωμεν, τὸν
θεοειδῆ Θεοχάρη καὶ τὸν σύμπνουν Ἀπόστολον.  Ὁσίαν
γὰρ ἀνύσαντες ζωήν,  Ἁγίων ἀριθμήθησαν χοροῖς,  καὶ
πρεσβεύουσιν ἀπαύστως ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν ἐκβοώντων
πάντοτε. Δόξα τ
στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τ
ἁγιάσαντι, δόξα τδοξασθέντι δι’ ὑμῶν, ἐσχάτοις
ἔτεσιν.


πατήστε στο ανωτέρω πλαίσιο για να ενεργοποιήσετε τον media player

 

Βίος και Πολιτεία των Οσίων Αυτάδελφων
Θεοχάρους και Αποστόλου

Σε κάθε εποχή ο Θεός αναδεικνύει αγίους ανθρώπους, οι οποίοι, αν και ζουν στις ίδιες συνθήκες ζωής με όλους τους άλλους συνανθρώπους τους, οι ίδιοι αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα της πίστεως, φωτίζουν ως πνευματικοί φάροι τον κόσμο, τον οποίο και διακονούν εν ονόματι του Κυρίου μας.
Σε μια εποχή δύσκολη για όλο το γένος μας (τέλος του 18ου, αρχές του 19ου αι.) ο Θεός έδωσε την ευλογία Του στην πόλη μας να γεννηθούν, να ζήσουν, να ασκηθούν, να διδάξουν και να αγιάσουν δύο κατά σάρκα αδέλφια, οι όσιοι Θεοχάρης και Απόστολος.

Η καταγωγή. Τα πρώτα χρόνια της ζωής τους
Οι Όσιοι αυτάδελφοι Θεοχάρης και Απόστολος ήταν παιδιά του ευσεβή ιερέα Γεωργίου Ντούϊα, εφημέριου του Ιερού Ναού της Αγίας Σοφίας Άρτας, και της ενάρετης πρεσβυτέρας Φωτεινής. Ο Θεός τους χάρισε τρεις γιους (ο τρίτος λεγόταν Κωνσταντίνος), τους οποίους ανάθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου».
Φρόντισαν πρώτα απ’ όλα να γίνουν άνθρωποι του Θεού και η πορεία της επίγειας ζωής τους να είναι και πορεία προς τον ουρανό και τον αγιασμό τους. Παράλληλα ενδιαφέρθηκαν να μορφώσουν τα παιδιά τους με την όποια καλύτερη παιδεία υπήρχε στην πόλη την εποχή εκείνη.
Ο μεγαλύτερος γιος τους ο Θεοχάρης (γεννήθηκε γύρω στα 1760) διέθετε μεγάλη έφεση για τα γράμματα. Διδάχθηκε την «θύραθεν σοφία» στην περίφημη τότε σχολή της Άρτας, τη σχολή Μανολάκη Καστοριώτη. Εκεί την εποχή εκείνη δίδασκε ο μεγάλος δάσκαλος και ιεροψάλτης, Δημήτριος Οικονομόπουλος Βενδραμής από το Μεσολόγγι. Στη σχολή διδασκόταν ο όσιος Θεοχάρης, αλλά ο ίδιος με την αγία του ζωή και τις θεόπνευστες παραινέσεις δίδασκε τους συμμαθητές του, πολλοί από τους οποίους παρακινήθηκαν και έγιναν ιερείς και μοναχοί. Από την ηλικία αυτή φανερώθηκε η δύναμη και η πειθώ του λόγου του Αγίου, αφού έβγαινε φυσικά από μια καρδιά που τη φλόγιζε η αγάπη του Θεού.
Τον δε απλὸ και ακέραιον στην ψυχὴ Απόστολο ανέλαβε να μορφώσει  ο ίδιος ο πατέρας του.
Τα δύο αδέλφια, ο Θεοχάρης και ο Απόστολος, είχαν ιδιαίτερη έφεση και αγάπη προς την εκκλησιαστική ζωή, και με ιδιαίτερη ταπείνωση και επιμέλεια διακονούσαν τον ιερέα‐πατέρα τους στα λειτουργικά του καθήκοντα. Παράλληλα όλη η οικογένεια ήταν ανεξάντλητη πηγή αγάπης και προσφοράς, υλικής και πνευματικής, προς τους συνανθρώπους και τους ενορίτες τους.
Η χαρά των γονιών ήταν μεγάλη για την πρόοδο και την καλλιέργεια των παιδιών τους. Η καρδιά του ευλαβέστατου ιερέα σκιρτούσε από την επιθυμία και την προσδοκία να δει και να απολαύσει τους δυο γιους του λειτουργούς στο άγιο και υπερουράνιο θυσιαστήριο. Τέτοια άγια φιλοδοξία είχε ο ενάρετος ιερέας! Πραγματικά με πολλή προσοχή έκανε την πρόσκληση στα δυο του παιδιά να γίνουν ιερείς, ό,τι πιο ευλογημένο και άγιο μπορεί να υπάρξει επί της γης. Πλήρωσε μάλιστα και τα εμβατίκια (χρηματικά ποσά προς τον Αρχιερέα, για την χειροτονία και τοποθέτηση  ιερέα σε συγκεκριμένο ναό) στην Μητρόπολη Άρτης, για να χειροτονηθούν τα παιδιά του ιερείς στον ναό της Αγίας Σοφίας, που και ο ίδιος ιερουργούσε.
Η απάντηση των σοφών νέων ήταν:«Μη βιάζεσαι πατέρα. Έχει ο Θεός».΄Εβλεπαν οι Άγιοι το ύψος και το μεγαλείο της Ιερωσύνης του Χριστού και δεν έσπευδαν, αλλά, όπως και οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας μας, απέφευγαν με δέος και ευλάβεια τη μεγάλη αυτή τιμή.
Ο ευλογημένος ιερέας ήθελε ο πρώτος γιος του ο Θεοχάρης να νυμφευθεί πρώτα και μετά να ιερωθεί. Ο Θεός όμως είχε άλλα αποφασίσει γι’ αυτόν. Ο Θεοχάρης είχε ήδη πάρει την απόφαση να ακολουθήσει το αγγελικό πολίτευμα, δηλαδή το δρόμο της ασκήσεως και της μοναχικής πολιτείας, και αντέλεγε με πολύ σεβασμό: «επιθυμώ, όταν τελειοποιήσω τις σπουδές μου και έλθω στη νόμιμη ηλικία, εκείνο το οποίο η Θεία Πρόνοια με φωτίσει, εκείνο και θα πράξω».
Μαζί με τους γονείς καμάρωνε και ο Μητροπολίτης την πρόοδο των νέων αυτών και προσδοκούσε να λαμπρύνουν την τοπική Εκκλησία με την απόφασή τους να ιερωθούν.
Όταν τελείωσε τις σπουδές του ο Θεοχάρης, η οικογένεια του σεβαστού Ιερέα Γεωργίου Ντούϊα, κατά παραχώρηση Θεού, δοκιμάστηκε. Εκοιμήθησαν εν Κυρίῳ και οι δύο γονείς, ο ιερέας Γεώργιος και η πρεσβυτέρα Φωτεινή. Έφυγαν όμως ειρηνικοί απ΄τον κόσμο αυτό, γιατί, όσο μπόρεσαν, έκαναν το χρέος τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους, αφήνοντας πίσω στα παιδιά τους μια σημαντική περιουσία και κληρονομιά.
Και η περιουσία αυτή, που μπόρεσαν και μετέδωσαν στα παιδιά τους, ήταν η αληθινή και γνήσια πίστη τους, η αγία ζωή τους και η κατά Θεόν πορεία επάνω στις αξίες της πίστεως και της πατρίδας.
Ο Θεοχάρης και ο Απόστολος, σαν μεγαλύτεροι αδελφοί, μετά τον θάνατο των γονέων τους φρόντισαν τον μικρότερο αδελφό τους Κωνσταντίνο. Όταν ανδρώθηκε φρόντισαν να νυμφευθεί. Από το γάμο αυτό με την Σωσσάνη απέκτησε δύο γιους, τον Γεώργιο και τον Θεοχάρη. Οι ίδιοι, αφού αποκατέστησαν τον αδελφό τους Κωνσταντίνο στο πατρικό τους σπίτι, αποσύρθηκαν σε ένα μικρό σπιτάκι κοντά στο ναό της Αγίας Σοφίας «απαρνηθέντες τα εγκόσμια».

Όμαιμοι και Ομόσκηνοι
Τα δύο αδέλφια απερίσπαστα πια από τα του κόσμου, ρίχνονται με θάρρος και γενναιότητα σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες. Η αδιάλειπτη προσευχή, η μελέτη του λόγου του Θεού, η ολονύκτια στάση, η ψυχοτρόφος νηστεία, η σιωπή και η εγκράτεια, η μετάνοια και η ολόθερμη αγάπη προς τον Θεό ήταν η καθημερινή τους πράξη και ζωή.
Η τροφή τους ήταν λιτή, αποτελούμενη από ψωμί και νερό, που έπιναν μετά τη δύση του ηλίου. Μερικές φορές έτρωγαν και λίγα φρούτα. Ο πρώτος βιογράφος τους, αρχιμανδρίτης Κωνστάντιος, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς, αναφέρει ότι το ψωμί το έβαζαν σε ένα πήλινο σκεύος με μικρό άνοιγμα (ίσα που να χωρεί το ένα χέρι), για να υπογραμμίσει το λιτόν της τροφής τους. Αλλά και όταν κάποιοι ευσεβείς και ελεήμονες χριστιανοί τους πήγαιναν φαγητά, αυτοί με ευχαρίστηση, ευγένεια και πολλές ευχές τα δέχονταν, όχι για να τα γευτούν οι ίδιοι ‐ούτε κατ΄ελάχιστον‐ αλλά για να ελεήσουν πολλούς συνανθρώπους τους, που βρίσκονταν σε ανέχεια και δύσκολη θέση. Μάλιστα, για να τους πείσουν να τα πάρουν, τους έλεγαν ότι αυτοί έφαγαν αρκετά και αυτά που τους προσφέρουν ήταν τα υπόλοιπα. Φυσικά όλους τους υποχρέωναν να μην αναφέρουν πουθενά την πράξη τους αυτή.
Ενώ δεν είχαν μοναχικό σχήμα και δεν είχαν καρεί μοναχοί, έκαναν και τηρούσαν με ακρίβεια τον κανόνα του μεγαλόσχημου μοναχού. Κοινωνούσαν των αχράντων μυστηρίων μία φορά την εβδομάδα και ακολουθούσαν τη ζωή και το παράδειγμα των πατέρων και ασκητών της εποχής τους, το πνεύμα των οποίων πέρασε σ΄αυτούς και με τη διδασκαλία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Από το μικρό σπιτάκι τους δεν έβγαιναν παρά μόνο, όταν είχαν απόλυτη ανάγκη και όταν η αγάπη προς τον πλησίον τους υποχρέωνε σε διακονία και προσφορά. Έτσι ο Θεοχάρης δίδασκε τα πρώτα γράμματα στα Αρτηνόπουλα στο μικρό και χαριτωμένο εκκλησάκι της Παναγίας της Κασσοπίτρας (Κασσιόπης) μέχρι το 1818. Εκεί δεν τους μάθαινε μόνο ξερά γράμματα και δεν τους μετέδιδε μονάχα στείρες γνώσεις, αλλά έπλαθε κυρίως την ψυχή τους, ποτίζοντάς τα με το καθάριο νερό της πίστεως και του Ευαγγελίου και ανάβοντας μέσα τους την αγάπη προς την έρμη και δούλα πατρίδα. Δεν είναι τυχαίο ότι απ΄αυτόν τον δάσκαλο βγαίνει σπουδαίος μαθητής, ο εθνεγέρτης και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, ο εκ Κομποτίου Νικόλαος Σκουφάς. Αλήθεια ποιος μπορεί να μετρήσει τους παλμούς της καρδιάς δασκάλου και μαθητή μέσα στη διαδικασία μετάγγισης ζωής; Ποιος μπορεί να σκιαγραφήσει, έστω και κατ΄ολίγον, τι συνέβαινε στην ψυχή του νεαρού Σκουφά, ακούγοντας το φλογερό δάσκαλο;
Σημαντικό το έργο του οσίου Θεοχάρη και μεγάλη η πνευματική ωφέλεια του Αρτηνού λαού από τις θεόπνευστες επίσης ομιλίες του στο μονύδριο των Αγίων Αναργύρων.
Ακόμη ο Όσιος Θεοχάρης προσέφερε αφιλοκερδώς και ακούραστα τις υπηρεσίες του στην Μητρόπολη Άρτης, όταν Αρχιερατικός επίτροπος ήταν ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Θεοτοκίου Βενέδικτος «ο μεγαλοπρεπής και ελεήμων». Ο Βενέδικτος, εκτιμώντας την μεγάλη αυτή και αγία προσωπικότητα, τον κάλεσε να εργαστεί ως γραμματέας του. Ο Θεοχάρης, παρά το φόρτο και τον κόπο της εργασίας αυτής, ουδέποτε παραπονέθηκε και αρνήθηκε κάτι, παρά μόνο σε περιπτώσεις διαζυγίου, αφορισμού και τιμωρίας ιερέα. Η αγία του ψυχή και η συνείδησή του δεν το άντεχε, γι’αυτό προσποιούνταν τον άρρωστο και κατέφευγε στο αγαπητό του κελλί, όπου έβρισκε παρηγοριά στην προσευχή του Ιησού και στις πολυάριθμες μετάνοιες.
Ο Βενέδικτος μετά από πολλές παρακλήσεις του Αγίου, κατάλαβε ότι ο Θεοχάρης δεν ήταν γι’ αυτή τη δουλειά, και τον απάλλαξε από τα καθήκοντά του, για να του δώσει το χρόνο να τον διαθέτει όλο στην προσευχή και στη μελέτη του λόγου του Θεού και των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων.
Στην ασκητική αυτή πορεία, συνοδοιπόρος και συνασκητής του Θεοχάρη ήταν ο άγιος Απόστολος, αδελφός κατά σάρκα και πνεύμα του Οσίου Θεοχάρη.
Οι Αυτάδελφοι όσιοι αγάπησαν πλήρως τώρα τον μονήρη βίο. Μόνο ο Απόστολος έβγαινε από το μικρό ασκηταριό, που βρίσκονταν στην καρδιά της πόλης, για να ψωνίσει τα αναγκαία και να καλλιεργήσει το μικρό αμπέλι τους.
Αναφέρεται επίσης ότι οι άγιοι είχαν δύο στάμνες (πήλινα δοχεία) για νερό. Κατά τη νύκτα πήγαιναν τη μία στάμνα στο πηγάδι, που τη γέμιζαν οι γυναίκες την ημέρα. Το βράδυ πήγαινε ένας απ’ αυτούς την έπαιρνε και άφηνε για γέμισμα την άλλη στάμνα. Κι αυτό το έκαμαν, γιατί ήταν εραστές της ησυχίας και της προσευχής. Με αυτή τους τη στάση και προσευχή συμπαραστάθηκαν δυναμικά στο λαό της πόλης κατά τη διάρκεια των μεγάλων και θανατηφόρων επιδημιών τῆς πανώλης (πανούκλας), που ενέσκυψαν στην Άρτα, η πρώτη στις 2 Μαΐου του 1816 και η δεύτερη το 1823.
Οι δύο αδελφοί δεν απομακρύνθηκαν από την πόλη, αλλά νυχθημερόν κλεισμένοι στο ερημητήριό τους προσεύχονταν, μέχρι που ο Θεός και διά πρεσβειών του Αγίου Βησσαρίωνος, του οποίου την Κάρα έφεραν και λιτάνευσαν οι Αρτηνοί, απομάκρυναν το θανατικό και ο λαός ξαναγύρισε στα σπίτια του. Με τη στάση τους αυτοί οι άγιοι αυτάδελφοι έδωσαν δύναμη και κουράγιο στους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι πλέον με πολύ σεβασμό τιμούσαν αυτούς.

 

Η κοίμησις του Οσίου Θεοχάρους
autadelfoi-1

Οσίας και φιλόθεης ζωής και το τέλος οσιακό και ειρηνικό έρχεται.
Ο Θεοχάρης προγνωρίζει την ώρα του θανάτου και παρακαλεί τον αυτάδελφό του και συναθλητή Απόστολο να ειδοποιήσει τον ιερέα, να έλθει να τον κοινωνήσει την δωδεκάτη μεσημβρινή ώρα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο ιερέας με θλίψη και σεβασμό έρχεται στο μικρό σπιτάκι, όπου ο όσιος Θεοχάρης με ιδιαίτερη ευλάβεια κοινωνεί για τελευταία φορά τα Άχραντα Μυστήρια. Μετά δίνει τις τελευταίες οδηγίες και επιθυμίες στον «ἁπλοῦν καὶ ἀκέραιον τῇ ψυχῇ Ἀπόστολον».
Τον παρακαλεί πρώτα πρώτα να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο την ίδια φιλόθεη και φιλάνθρωπη ασκητική ζωή. Επιθυμία του είναι στην κηδεία του να παραστεί ο Μητροπολίτης Άρτης, να ενταφιασθεί στον ναό των Αγίων Αναργύρων, και ουδέποτε να γίνει ανακομιδή των λειψάνων του. Την οικία του τέλος δωρίζει στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, όπου εφημέρευε ο πατέρας του και όπου εκεί ο ίδιος είχε τις πρώτες και σημαντικές πνευματικές εμπειρίες.
Η αγγελία του θανάτου του την Μεγάλη Παρασκευή του έτους 1828 προκάλεσε οδύνη και θλίψη στον Αρτηνό λαό, που με σεβασμό και ευλάβεια έτρεξαν άπαντες στην εξόδιο ακολουθία του, στην οποία χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Άρτης Νεόφυτος. Ο Νεόφυτος με λόγια απλά και συγκινητικά εκφώνησε επικήδειο λόγο, ανέφερε τις αρετές, την πίστη και την ασκητική ζωή του Θεοχάρους, και προέτρεψε τους πιστούς να μιμηθούν την αγία του ζωή. Ο ίδιος ευχήθηκε για τον εαυτό του να τύχει τέτοιας μεγάλης ευλογίας και να πεθάνει τέτοια μεγάλη μέρα. Πραγματικά την άλλη χρονιά, το 1829, την Μεγάλη Παρασκευή, εξεδήμησε προς Κύριον και ο σεμνός αυτός Ιεράρχης.
Στην κηδεία του Οσίου συνέβησαν «εξαίσια και μεγάλα θαύματα». Οι τέσσερις λαμπάδες του νεκροκρέβατου κατά την νεκρική πομπή, ενώ ήταν σβησμένες, άναψαν, και άρρητη ευωδία σκόρπισε το άγιο σκήνωμά του. Η ευωδία αυτή πλημμύρισε και το ναό των αγίων Αναργύρων, αλλά και το μικρό σπιτάκι που ζούσε ο Άγιος. Άλλη μαρτυρία επίσης αναφέρει, ότι κατά την ώρα της εξοδίου ακολουθίας, άναψαν από μόνα τους τα κεριά του πολυελαίου των Αγίων Αναργύρων, θαύμα και πιστοποίηση από το Θεό της αγίας και φωτεινής ζωής του.
Ο Άγιος ενταφιάσθηκε στο κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων, στο χώρο μπροστά από την είσοδο της νότιας πλευράς του ναού.
Κατά το 1866, όταν ο ηγούμενος του μονυδρίου ιερομόναχος Κορνήλιος ανακαίνισε το μονύδριο, βρήκε στο χώρο αυτό κάτω από μια πλάκα σκεπασμένη την «χαριτόβρυτον αὐτοῦ κάραν πνέουσαν ἄρρητον εὐωδίαν». Αφού την προσκύνησε ευλαβικά, την κάλυψε όπως αρχικά ήταν, σεβόμενος την επιθυμία του Αγίου. Έτσι ο χώρος της ταφής του Αγίου παραμένει μέχρι σήμερα απείρακτος.

Το τέλος του Αγίου Αποστόλου

autadelfoi-2

Ο Απόστολος συνέχισε να ζει σύμφωνα με τις τελευταίες υποθήκες του μεγαλυτέρου αδελφού του. Μοναχικά, ασκητικά, φιλάνθρωπα και εκκλησιαστικά. Καθημερινά φρόντιζε να συμπαρίσταται στους πάσχοντας συναθρώπους του και η ελεημοσύνη προς όλους ήταν υποδειγματική. Κοντά του οι κατατρεγμένοι, τα ορφανά και οι φτωχοί έβρισκαν παρηγοριά και ελπίδα.
Δεκαεπτά χρόνια ζει μετά την κοίμηση του αγίου αυταδέλφου του Θεοχάρη, κοντά στον άλλο τους αδελφό Κωνσταντίνο την ίδια θεοφιλή ζωή.
Όταν και ο ίδιος προείδε το τέλος του, παρακάλεσε τον αδελφό του να ταφεί χωρίς τιμές στο κοιμητήριο της Αγίας Σοφίας. Πραγματικά, όταν παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, κατά το έτος 1845, το λείψανό του ενταφιάσθηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Σοφίας, στο χώρο πίσω από το ιερό Βήμα του ναού. Τρεις μέρες μετά το θάνατο του Οσίου Αποστόλου ευσεβείς γυναίκες πήγαν στον τάφο –όπως είναι συνήθεια μέχρι σήμερα‐ να ρίξουν νερό και να τον καλλωπίσουν. Έκπληκτες βρέθηκαν μπροστά σ΄ένα απρόσμενο θέαμα. Βρήκαν «ἐκφυὲν εἰς τὸ μέσον τοῦ τάφου πρωτοφανὲς θαυμάσιον ἄνθος ἐκπέμπον ἄρρητον εὐωδίαν», πράγμα που φανέρωνε εκ Θεού την αγιότητα του οσίου Αποστόλου.

Η Τιμή των Αγίων
Η μνήμη των οσίων αυταδέλφων παρέμεινε ανεξάλειπτη στους κατοίκους της πόλεως της Άρτας, οι οποίοι από την ημέρα του θανάτου τους, τους τιμούσαν ως Αγίους, μνημονεύοντάς τους κατά την Τετάρτη της Διακαινησίμου Εβδομάδος (Πάσχα).
Με τις ενέργειες του αειμνήστου ιερέως Σταύρου Παπαχρήστου, Εφημερίου του ιερού ναού της Αγίας Σοφίας, καθιερώθηκε επίσημα η γιορτή τους.
Η μνήμη τους σήμερα τελείται πάνδημα και μεγαλόπρεπα την Τετάρτη της Διακαινησίμου στον Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας Άρτης.

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ζαχαρίας

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ζαχαρίας

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ Ο ΕΞ ΑΡΤΗΣ 

Μαρτύρησε το 1782 στην Πάτρα.
Εορτάζει στις 20 Ιανουαρίου.

 

Ἀπολυτίκιο
Ἦχος δ΄
Ταχύ προκατάλαβε
ag-zaxarias-apolytikio

πατήστε στο ανωτέρω πλαίσιο για να ενεργοποιήσετε τον media player

 

Ο Βίος και το Μαρτύριο του Αγίου Ενδόξου Νεομάρτυρος Ζαχαρία του εξ Άρτης

Κατά το έτος 1782, Ιανουαρίου 20, μαρτύρησε ο Ζαχαρίας στην Παλαιά πόλη της Πάτρας.
Σκελῶν πλατυσμῷ, ἐν πλάτει οἰκεῖς πόλου, ὧ Ζαχαρία, καὶ βραβεῖον λαμβάνεις.
(Δια του τραβήγματος των σκελών σου, κατοικείς στο πλάτος του ουρανού, Ζαχαρία, και παίρνεις το βραβείο)
Αυτός ο νέος αθλητής ήταν από την επαρχία του Αγίου (Μητροπολίτη) Άρτας, ο οποίος (αθλητής) για κάποιο γεγονός που συνέβηκε, αρνήθηκε το Χριστό και έγινε Τούρκος· έπειτα πήγε στην πόλη της Παλαιάς Πάτρας και ασκούσε την τέχνη του γουναρά.
Είχε όμως κρυφά το βιβλίο που ονομάζεται Αμαρτωλών Σωτηρία, και διαβάζοντας αυτό συχνά, ήρθε σε άκρα μετάνοια, κλαίγοντας πικρά για το κακό που έπαθε, και παρακαλούσε θερμά τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό να επιτύχει τη σωτηρία του.
Έτσι ρώτησε ένα Χριστιανό φίλο του κι έμαθε πως ήταν εκεί ένας ενάρετος και έμπειρος πνευματικός, επήγε τη νύχτα σε αυτόν και εξομολογήθηκε την αμαρτία του, και το σκοπό που είχε να παρουσιαστεί με θάρρος στον τούρκο δικαστή και να ομολογήσει την πίστη του στο Χριστό που αρνήθηκε.
Ο πνευματικός όμως του είπε, «ότι, αν και ο λογισμός σου συμφωνεί με την μεγάλη προθυμία της καρδιάς σου, όμως δεν πρέπει να τον βάλλουμε αμέσως σε πράξη, διότι πολλές φορές ο διάβολος συνηθίζει να πλανάει τους ανθρώπους από τα δεξιά, προβάλλοντάς τους καλούς λογισμούς. Γι’ αυτό ας δοκιμάσουμε, τέκνο, το λογισμό σου, αν είναι από το Θεό· πήγαινε λοιπόν στο εργαστήριό σου και μείνε κλεισμένος σαράντα ημέρες προσευχόμενος, νηστεύοντας και διαβάζοντας το βιβλίο που είπες ότι έχεις. Θα κάνω κι εγώ το ίδιο στο κελί μου για την αγάπη που σου έχω, και τότε έλα να ανταμώσουμε και πάλι». zaxarias-1Δέχεται με χαρά ο Ζαχαρίας τη συμβουλή του πνευματικού του, κλείνεται στο εργαστήριό του κι αρχίζει πρόθυμα να κάνει την παραγγελία του πνευματικού του· όμως δεν μπόρεσε να υποφέρει περισσότερο από είκοσι ημέρες, διότι άναψε μια φλόγα στην καρδιά του, η οποία του προξενούσε πολύ μεγάλη αγάπη στο Χριστό και ακράτητη προθυμία, για να δώσει δέκα ζωές ( αν ήταν δυνατόν να έχει) για το όνομά του το Άγιο. Μετά από αυτό πηγαίνει στον πνευματικό και πέφτοντας στα πόδια του με δάκρυα θερμά του λέγει, «Ευλόγησέ με Πατέρα να πηγαίνω στο Μαρτύριο, διότι δεν μπορώ πλέον να υποφέρω από τη φλόγα που άναψε στην καρδιά μου».
Ο Πνευματικός του λέγει, «μα δεν είναι καιρός ακόμη»· εκείνος του αποκρίνεται· «ήρθε πνευματικέ και πέρασε και κάνεις μεγάλο κακό να με εμποδίσεις». Τότε του είπε ο πνευματικός να εξομολογηθεί όλες τις αμαρτίες που έκανε ως άνθρωπος σε όλη του τη ζωή· Ο Ζαχαρίας, αφού σηκώθηκε, στάθηκε όρθιος με τα χέρια σταυρωμένα και εξομολογήθηκε με κατάνυξη όλα του τα αμαρτήματα· βρέθηκε όμως τόσο καθαρός, εκτός από την άρνηση της πίστης του Χριστού, ώστε ήταν άξιος ακόμη και για την ιεροσύνη. Ο Πνευματικός πάλι, ως πρακτικός και φρόνιμος άνθρωπος, στοχάστηκε να του κάνει κι άλλη δοκιμή, και αφού τον πρόσταξε να καθίσει, άρχισε να του λέγει· «σκέψου τέκνο καλά τι έχεις να κάνεις, διότι από τον καιρό του πολέμου οπού ήρθαν οι Αρβανίτες στο Μωριά, έμαθαν τους ντόπιους τούρκους (του Μωριά) τόσους τρόπους τυραννίας, για να παιδεύουν τους Χριστιανούς, που αληθινά όσα ακούμε στους βίους των παλαιών Μαρτύρων, δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτά των καταραμένων Αλβανιτών. Γι’ αυτό μη στοχαστείς ότι, αφού παρουσιαστείς με θάρρος στους εξουσιαστές, θα προστάξουν αμέσως να σου κόψουν το κεφάλι, αλλά πρέπει να συλλογιστείς καλά όλα τα αντίθετα· εγώ όμως σου λέγω τέκνο, να αφήσεις αυτόν τον λογισμό, για να μη βάλεις και τον εαυτό σου σε μεγαλύτερη τιμωρία και εμάς σε πειρασμούς και κινδύνους, και να οικονομήσουμε τη σωτηρία σου με άλλον σιγουρότερο τρόπο, και σου υπόσχομαι να εύρεις τη συγχώρεση της αρνήσεώς σου, γιατί δεν υπάρχει αμαρτία που να νικά την ευσπλαχνία του Θεού».
Ο δε ευλογημένος Ζαχαρίας χαμογελούσε όση ώρα έλεγε αυτά ο πνευματικός· έπειτα, αφού σκυθρώπησε λίγο και αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς του, αποκρίθηκε λέγοντας·
«Θαυμάζω πνευματικέ την τόση φρόνηση που έχεις, να κάθεσαι να μου λαλείς λόγια των μωρών παιδιών· εγώ έχω τον εαυτό μου αφιερωμένο όλο στο Χριστό μου και τώρα πλέον δεν ανήκω στον εαυτό μου· γι’ αυτό έχω τόση δίψα, για να βασανιστώ για τον Χριστό που ἐπιθυμώ να λάβω, κι αν ακόμη ήταν και περισσότερα βασανιστήρια από αυτά που μου είπες των Αρβανιτών. Σε παρακαλώ λοιπόν να μου δώσεις την ευχή σου να πηγαίνω, γιατί δεν υποφέρω πια τη φλόγα που αισθάνομαι στην καρδιά μου».
Τότε ο πνευματικός δόξασε τον Θεόν, που στάλαξε τόσο σε αυτόν τη χάρη του, και διαβάζοντας τις συγχωρητικές ευχές, σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας μας, τον μύρωσε και του μετέδωσε τα άχραντα μυστήρια· και αφού τον δυνάμωσε με την επουράνια τροφή, και τον όπλισε με τα πνευματικά άρματα, έβαλε Ευλογητόν και μαζί έκαναν παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο, έπειτα τον ευλόγησε, σφραγίζοντάς τον με το σημείο του ζωοποιού Σταυρού, και τον απέστειλε, δίνοντάς του παραγγελία να μη μεταχειριστεί ύβρεις εναντίον της θρησκείας των Τούρκων, διότι δεν είναι ανάγκη, αλλά με σύντομα λόγια να κάνει την άρνηση εκείνης της θρησκείας, και να ομολογήσει τον εαυτό του Χριστιανό.
Τότε, αφού ασπάστηκε το δεξί χέρι του πνευματικού ο Ζαχαρίας, πήγε στο εργαστήριό του, και πρώτα πώλησε όλα του τα υπάρχοντα και τα έδωσε στους φτωχούς, κρατώντας μόνο πέντε και μισό γρόσια και δύο παράδες· έπειτα πηγαίνει και δίνει το κλειδί του εργαστηρίου στο νοικοκύρι μαζί με το ενοίκιο, και αμέσως τρέχει για το δικαστή της πόλης, λέγοντας δεξιά και αριστερά στους χριστιανούς που συναντούσε στο δρόμο, «συγχωρήστε με αδελφοί μου, και ο Θεός είθε να σας συγχωρήσει»·
Συνάντησε δε στο δρόμο και ένα φτωχό παιδί, που δεν είχε ζωνάρι, και αμέσως βγάζει ένα μεταξωτό ζωνάρι, με το οποίο ήταν ζωσμένος, και του το δίνει, του δίνει και ένα παρά, και ο Ζαχαρίας αγοράζει λίγο σχοινί και ζώνεται.
Μετά από αυτά ανεβαίνει στο δικαστή, και μπαίνοντας στο δωμάτιό του του λέγει· «πολλά τα έτη σου αφέντη μου». Ο δε δικαστής που τον γνώριζε, γιατί του έραβε τις γούνες του, λέγει στο Ζαχαρία· «και πού είναι το όπλο σου κακόμοιρε Μεεμέτη (γιατί έτσι τον ονόμαζαν), έλα επάνω, κάθισε· πες μου, τι έπαθες;». Και ο Ζαχαρίας του λέγει με πολύ θάρρος και χωρίς να φοβάται· «εγώ Μεεμέτης δεν είμαι, αλλά Ζαχαρίας· και επειδή γελάστηκα και αρνήθηκα τον Χριστό, τον αληθινό Θεό, στον οποίο πίστευα από τη γέννησή μου, και δέχτηκα τη δική σας πίστη μπροστά στο δικαστήριό σας, γι’ αυτό τώρα που ήρθα στον εαυτό μου, κατάλαβα πως γελάστηκα και ήρθα πάλι στο δικαστήριό σας να αρνηθώ την πίστη σας και να ενδυθώ το Χριστό μου που αρνήθηκα· γι’ αυτό σε παρακαλώ πάρε αυτά τα άσπρα ( αργυρά νομίσματα) και στείλε τον υπάλληλό σου στον εισπράκτορα του κεφαλικού φόρου (των υπόδουλων) να μου πάρει μια απόδειξη πληρωμής του φόρου, για να αναγνωρίζομαι και εγώ πως είμαι ραγιάς (δούλος) του πολυχρονίου βασιλιά μας, όπως και οι υπόλοιποι αδελφοί μου Χριστιανοί.
Και ο δικαστής άρχισε να του λέγει· «παιδί μου Μεεμέτ πασά, αν σου συνέβηκε καμιά συμφορά και έχασες το νου σου, εγώ είμαι έτοιμος να μαζέψω τους αγάδες και να σου δώσω αρκετή βοήθεια, μόνο φανέρωσέ μου την καρδιά σου». Ο Μάρτυρας αποκρίθηκε· «εγώ αφέντη μου επώλησα όλα μου τα υπάρχοντα και τα έδωσα ελεημοσύνη, και δεν έχω ανάγκη από χρήματα». Ο δικαστής του λέγει· «άλλο δε συμβαίνει, παρά ότι είσαι μεθυσμένος».
Ο Μάρτυρας του αποκρίνεται, «να μου δώσει ο Χριστός την επιθυμία της καρδιάς μου, πίστεψέ με, ότι έχω τρείς ημέρες που δεν έβαλα στο στόμα μου, ούτε ψωμί ξερό, ούτε νερό, ούτε τον συνηθισμένο καφέ· άλλη αιτία που κάμνω αυτό δεν είναι παρά εκείνη που σου είπα στην αρχή· γι’ αυτό πάρε τα χρήματα που έβαλα πάνω στον πάγκο του ταμείου, για να στείλεις να πάρεις την απόδειξη πληρωμής για το φόρο.
Τότε βλέποντας ο δικαστής το αμετάθετο της γνώμης του, τον έστειλε με έναν υπηρέτη στον άρχοντα της πολιτείας, αφού του έγραψε όλη την υπόθεση. Παρουσιάστηκε εκεί και ο Μάρτυρας και είπε απαράλλακτα τα ίδια που είπε και στο δικαστή.zaxarias-2Τότε ο άρχοντας μάζεψε τους αγάδες και τους είπε την υπόθεση· και έτσι αποφάσισαν να τον βάλουν στη φυλακή και τρεις φορές την ημέρα να τον βγάζουν στην αυλή και να τον ραβδίζουν αυστηρά, μέχρις ότου ή να έλθει στην πίστη τους, ή να ξεψυχήσει με βασανιστήρια. Είπαν δε να μη χυθεί αίμα από αυτόν, για να μην ορμήσουν οι Χριστιανοί να παίρνουν τα ματωμένα χώματα και γίνει εξ αιτίας αυτού ταραχή και επανάσταση, επειδή εμποδίζονται και υβρίζονται από εμάς. Έτσι είπαν και έτσι έκαμαν· Και ο Μάρτυρας του Χριστού που ραβδιζόταν και χτυπιόταν με βαρύτατους λίθους στην κοιλιά και στο στήθος, στεκόταν στην πίστη του Χριστού στερεός και αμετακίνητος, χαιρόταν και ένιωθε αγαλλίαση, και έλεγε ακατάπαυστα μυστικά το, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησέ με τον αρνητή σου, και βοήθησέ με.
Σε μια δε από τις ημέρες κοντά στο βράδυ, τόσο βασάνισαν τον ευλογημένο, που δεν μπορούσε πια να λέγει την ευχή, αλλά μόνο τα μάτια του σήκωσε και κοίταζε στους ουρανούς, όσο καιρό ραβδιζόταν.
Τότε ο λεγόμενος μπελούμπασης, που ήταν ο πρώτος από τους στρατιώτες του άρχοντα, πρόσταξε το δεσμοφύλακα, να βασανίσει τη νύκτα πολύ το Μάρτυρα, μέχρι να πεθάνει, για να μην παιδεύονται και αυτοί βασανίζοντάς τον τόσες ημέρες· και ο δεσμοφύλακας παρέλαβε τον Άγιο και τέντωσε πολύ τα πόδια του στο ξύλο· έπειτα ανέβηκε στο κρεβάτι που είχε ψηλά και κάθησε, για να δειπνήσει.
Τότε ο Μάρτυς πόνεσε πολύ και φώναξε δυνατά, ωχ! Εκείνος του λέγει αποπάνω· «τώρα άπιστε, να πιω όλο το κρασί και να κατέβω να σε κόψω από κλείδωση σε κλείδωση»· ο Μάρτυρας του λέγει· «αν είσαι παλληκάρι, μη λέγεις λόγια μόνο, αλλά αμέσως κάνε και εκείνα που είπες, για να σου χρωστώ και ευγνωμοσύνη». 
Εκείνος θύμωσε από τα λόγια του Μάρτυρα, κατέβηκε και τράβηξε πολύ τα πόδια του Αγίου στο ξύλο και τα τέντωσε υπερβολικά και ανέβηκε πάλι (στο δωμάτιο) να τελειώσει το δείπνο, φοβερίζοντας να του κάνει ύστερα και άλλα φρικτά βασανιστήρια. Και ο Μάρτυρας του Χριστού, ενώ έκανε λίγο να κουνηθεί, σχίστηκαν αμέσως τα σκέλη του· τότε, αφού έκανε το σημείο του τιμίου σταυρού σε όλο του το σώμα, και είπε δυνατά, Κύριε στα χέρια σου εναποθέτω το Πνεύμα μου, ξεψύχησε. Και αμέσως, ω του θαύματος! Γέμισε όλη η φυλακή από ανέκφραστη ευωδία, σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε ο καταραμένος δεσμοφύλακας από την ντροπή του αναχώρησε από τη φυλακή, χωρίς να πει τίποτε και πήγε σε άλλο μέρος και κοιμήθηκε.
Το πρωί έμαθαν οι Χριστιανοί ότι τελείωσε ο Άγιος το Μαρτύριο και γέμισαν χαρά, δοξάζοντας τον Θεόν. Ο δε αρχιερέας έστειλε στον άρχοντα και ζήτησε το άγιο λείψανο, για να το ενταφιάσει· ο δε άρχοντας είπε ότι αυτός (ο νεκρός) ούτε από σας είναι ούτε από εμάς, επειδή και τις δύο θρησκείες τις κορόιδεψε· γι’ αυτό το λόγο δεν είναι άξιος ταφής, και αμέσως προστάζει δύο στρατιώτες και έδεσαν από τα πόδια το Άγιο λείψανο, και σύροντας το πήγαν και το έριξαν σε ένα ξεροπήγαδο στην περιοχή της ενορίας της Αγίας Τριάδας. Ο δε Άγιος, καθώς συρόταν στους δρόμους, ήταν πάντοτε ανάσκελα με τις αγκάλες ανοικτές· και πάλι, αφού ρίχτηκε στο ξεροπήγαδο, βρέθηκε όρθιος στηριγμένος στα γόνατα.
Τη νύχτα που ακολούθησε είδαν οι Χριστιανοί φως επάνω από το πηγάδι, γι’ αυτό έτρεχαν με φωνές, για να προσκυνούν και να βλέπουν τον Άγιο.
Αυτά, όταν τα έμαθαν οι Αγαρηνοί, έστειλαν ανθρώπους και έκοψαν χόρτα πολλά και τα έριξαν μέσα στο πηγάδι· έπειτα τράβηξαν χώματα και γέμισαν το πηγάδι, και έτσι έμεινε εκεί σφαλισμένος ο Άγιος, με τις ικεσίες του οποίου είθε να μας ελεήσει και να μας σώσει ο Κύριος. Αμήν.

Από το Νέο Μαρτυρολόγιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
(Με απόδοση στην καθομιλουμένη Νεοελληνική γλώσσα)

Ο Άγιος Παρθένιος

Ο Άγιος Παρθένιος

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ
Επίσκοπος Ραδοβισδίου.

Κοιμήθηκε το 1777 στο χωριό Βελεντζικό.
Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιουλίου.

Απολυτίκιον.
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε
Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ταπεινώσει πολλ
, Παρθένιε
Ὅσιε, καὶ θε
ϊκῶν δωρεῶν, ἀξίως μετέσχηκας. Ὅθεν σου
τὴν ἁγίαν, προσπτυσσόμενοι Κάραν, λαμβάνομεν
θεραπείας, καὶ ψυχῶν σωτηρίαν· διό σε Ἱεράρχα, ὕμνοις
γεραίρομεν.

 
πατήστε στο ανωτέρω πλαίσιο για να ενεργοποιήσετε τον media player

Βίος και Πολιτεία του Οσίου Ημών Πατρός
Παρθενίου Επισκόπου Ραδοβισδίου

Η καταγωγή του. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του
Ο Άγιος Παρθένιος γεννήθηκε στο χωριό Βατσουνιά του νομού Καρδίτσας, στις αρχές του 18ου αιώνα.
Έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του και ανδρώθηκε σωματικά και ψυχικά στην περιοχή αυτή των Θεσσαλικών Αγράφων, μια περιοχή που στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας είχε μια σημαντική πνευματική παρουσία. Το δυσπρόσιτο της περιοχής δημιουργούσε στους υπόδουλους ένα χώρο καταφυγής, ελευθερίας και δημιουργίας, μακριά από την αφόρητη πίεση του κατακτητή. Πνευματικοί φάροι – απομεινάρια αυτής της περιόδου- αποτελούν μέχρι σήμερα τα ιερά μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής των Αγράφων.
Οι γονείς του Αγίου, απλοί και ταπεινοί άνθρωποι, ανάθρεψαν και μετάδωσαν στο γιο τους την πίστη στο Χριστό και την αγάπη στην Πατρίδα. Κοντά τους έμαθε να ζει την απλοϊκή ζωή των ανθρώπων του μόχθου, που ζούσαν καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα. Γεύτηκε κοντά τους την γνησιότητα της ζωής και την ορθόδοξη παράδοση του γένους, όπως τη ζούσαν όλοι οι πιστοί χριστιανοί.
Ο παπάς του χωριού του και αργότερα οι μοναχοί των γύρω μοναστηριών, που με ευλάβεια και δίψα ψυχής τα επισκεπτόταν, του έδωσαν τα πρώτα φώτα, τον συνέδεσαν πιο πολύ με την εκκλησία και τον «μύησαν» στην ορθόδοξη πνευματική ζωή.

Η μοναχική του ζωή
Η ζωή των Αγίων της Εκκλησίας μας, το θάρρος και η πίστη των νεομαρτύρων της εποχής του, καθώς και η δυνατή παρουσία των δύο μεγάλων αγίων της περιοχής, του Αγίου Βησσαρίωνος και του Αγίου Σεραφείμ Φαναριοφαρσάλων, επιδρούν και στη ζωή του νεαρού Παρθένιου, και του εμπνέουν, κάτω από τις φωτισμένες εμπειρίες και νουθεσίες των αγίων μοναχών των Μετεώρων και των γύρω μονών, την επιθυμία και το ζήλο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο Θεό.
Έτσι ο Παρθένιος γίνεται δόκιμος και αργότερα μοναχός σε μοναστήρι της περιοχής.
Η ζωή του μοναχού εσταυρωμένη, δύσκολη, αλλά και ευλογημένη, με περίσσιες πνευματικές χάρες. Η άσκηση, η νηστεία, η προσευχή, η εγκράτεια, η αγάπη προς το Θεό και τον άνθρωπο, γίνονται με τη χάρη του Θεού, οι αρετές που στολίζουν τη ζωή του. Κανέναν δεν παραθεωρεί και τίποτε δεν περιφρονεί. Και εκεί στο μοναστήρι έχει για διακόνημά του την περιποίηση των ζώων, δουλειά που δεν τη θεωρεί κατώτερη και υποβιβασμό, αλλά ευκαιρία και βάθρο για περισσότερη αρετή και ταπείνωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο απολυτίκιό του «Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ταπεινώσει πολλῇ…»·  θυμάται ότι ο πάντων Κύριος καταδέχτηκε να γεννηθεί στο σπήλαιο – στάβλο της Βηθλεέμ και να σπαργανωθεί μέσα στη φάτνη των αλόγων ζώων. Αποδιωγμένος από τους ανθρώπους βρήκε παρηγοριά στη ζεστή φιλόξενη γωνιά των ζώων.
Ο μοναχός Παρθένιος προκόβει στην πνευματική ζωή και γίνεται φωτεινό παράδειγμα για όλους. Έτσι με τη σύμφωνη γνώμη των πατέρων της μονής ο Παρθένιος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος, αναλαμβάνοντας τη διακονία των μυστηρίων του Θεού και απολαμβάνοντας τη χάρη του υψηλού υπουργήματος της Ιερωσύνης.

 

Στην επισκοπή Ραδοβισδίου
Εκτιμώντας τα προσόντα και την αγία του ζωή, η Εκκλησία ανέδειξε τον Παρθένιο σε επίσκοπο Ραδοβισδίου. Ο λύχνος τοποθετήθηκε στη λυχνία, κατά τον λόγο του Κυρίου, για να φωτίζει όλους του πιστούς και να τους καθοδηγεί στην αρετή και στην αγιότητα.
parthenios-1

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούμε με συντομία στην Επισκοπή Ραδοβισδίου. Η επισκοπή Ραδοβισδίου περιλάμβανε το δυτικό τμήμα της Αργιθέας και το Β.Α. τμήμα του σημερινού νομού της Άρτας, το Ραδοβύζι (τότε επαρχία Δρυοπίας), και αποτελούνταν από τους Δήμους Ηρακλείας (Κάτω Ραδοβύζι) με κέντρο το Βελεντζικό, και Τετραφυλίας (Άνω Ραδοβύζι). Στην περιοχή αυτή ανήκουν σήμερα τα χωριά: Ζυγός, Μαρκινιάδα, Μελάτες, Παναγία Διασέλλου, Σκουλικαριά, Βελεντζικό, Μεσόπυργος, Μεγαλόχαρη, Αστροχώρι, Καστανιά, Ελάτη, Τετράκωμο, Μεσούντα, Κάψαλα, Μηλιανά και Πηγές με τους συνοικισμούς τους.
Η επισκοπή «Ραδοβισδίου» αναφέρεται πρώτη φορά στο τακτικό Β΄ του Ιωάννη Τσιμισκή (972
976), εποχή κατά την οποία αυξήθηκε ο αριθμός των επισκοπών. Καταλάμβανε δε την 16η θέση από τις 28 που υπάγονταν στη Μητρόπολη Λαρίσης. Δεύτερη φορά αναφέρεται, ως Ραδοβιστίου, στο Τακτικόν Α΄ του Αλεξίου Κομνηνού (10811118), κατέχοντας την 15η σειρά από τις 25 επισκοπές της Λαρίσης, και τρίτη φορά αναφέρεται σε Πατριαρχικό σιγίλλιο του 1371. Η επισκοπή εξακολουθεί να υφίσταται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πολλούς δε επισκόπους της γνωρίζουμε από τους κώδικες των Μητροπόλεων Λαρίσης και Τρίκκης.
Η επισκοπή Ραδοβισδίου καταργήθηκε το 1830 και η περιοχή της δόθηκε λίγο αργότερα στη Μητρόπολη Άρτας, τμήμα της οποίας αποτελεί και σήμερα.
Έδρα της επισκοπής ήταν αρχικά τα Βραγγιανά Αργιθέας και αργότερα το χωριό Βελεντζικό, που την εποχή της Τουρκοκρατίας βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι πριν τον χαλασμό του 1854 αριθμούσε γύρω στις 830 οικογένειες και είχε 9 ναούς.
Αναλαμβάνοντας το μέγιστο αξίωμα της Αρχιερωσύνης, ο Άγιος Παρθένιος επιδίδεται τώρα πιο πολύ στη διακονία του Ευαγγελίου και του ποιμνίου του. Νύχτα και μέρα αγωνιζόταν για την πνευματική του προκοπή. Μα πιο πολύ τώρα αγωνιζόταν ο ίδιος να γίνεται πρότυπο αγίας ζωής για όλους, σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου Παύλου προς τον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο Εφέσου. «Τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγ
, ἐν ἀναστροφ, ἐν ἀγάπ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνεί». Η αυστηρή νηστεία και η αδιάλειπτη προσευχή ήταν τα πιο αγαπημένα του αθλήματα, γιατί γνώριζε καλά ότι με αυτά σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου ο άνθρωπος «καθαρίζεται», ανακαινίζεται και φέρνει μέσα στην καρδιά του την ειρήνη και τη γλυκιά παρουσία του Κυρίου. Αγαπούσε το Θεό και αυτή η αγάπη ξεχείλιζε, όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στην κτίση ολόκληρη, και ειδικά στα αγαπημένα του ζωντανά, «τα ευλογημένα», όπως ο ίδιος συνήθιζε να τα ονομάζει. Αρκετές ώρες της ημέρας περνούσε κοντά στα κοπάδια των αγελαδικών του χωριού. Η παράδοση αναφέρει ότι κατά τους θερινούς μήνες έβγαινε έξω από το χωριό, στη θέση Μπέσελο, απὸ την οποία περνούσαν τα κοπάδια, για να ποτιστούν. Εκεί καθισμένος σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι, κάτω απ’ τον ίσκιο των ελατιών, τα παρακολουθούσε, τα ευλογούσε και προσευχόταν για αυτά τα «ευλογημένα» και τους κατόχους τους.parthenios-2

Οι απλοί τσοπάνηδες ήταν γι’ αυτόν «οἱ ἐλάχιστοι ἐν Χριστ ἀδελφοί», τους οποίους δεν περιφρονούσε, αλλά τους συμβούλευε, και με την εμπειρία που είχε, τους βοηθούσε στην περιποίηση των ζώων. Θυμόταν πως οι πρώτοι άνθρωποι που αξιώθηκαν να ακούσουν τον αγγελικό ύμνο «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θε καί ἐπί γῆς εἰρήνη», και να ακούσουν από τους αγίους αγγέλους το χαρμόσυνο άγγελμα της ενανθρωπήσεως του Θεού, ήταν οι απλοί και ταπεινοί βοσκοί της Βηθλεέμ. Ίσως πολλές φορές και ο Άγιος ακόμη να φρόντιζε μόνος του τα ζώα, όπως έκανε με χαρά το διακόνημά του στη μονή της μετανοίας του. Σίγουρα όμως πολλές φορές με την προσευχή και τον αγιασμό θεράπευε πολλά από αυτά. Γι’ αυτό και μετά θάνατον ο Θεός τον τίμησε με το χάρισμα της θαυματουργίας κατά των νοσημάτων των ζώων και των αγελαδικών.
Στο «Μαρτυρικόν» περί του αγίου Παρθενίου του ιστορικού κώδικα της μονής Δουσίκου διασώζεται επίσης ένα άλλο επεισόδιο από τη ζωή του αγίου, που δείχνει τη μεγάλη αρετή και φιλανθρωπία του. Κοντά στην Επισκοπή ζούσε ένας πτωχός άνθρωπος, που είχε πέντε παιδιά. Είχε ένα χωράφι σε πετρώδες έδαφος που ο ίδιος, λόγ
ασθένειας, δεν μπορούσε να περιποιηθεί, για να αποδώσει καρπό, και να θρέψει την οικογένειά του. Ο άγιος, που γνώριζε τα προβλήματα και τις ανάγκες των παιδιών του, πήγαινε μεσάνυχτα με το φεγγάρι και προσπαθούσε να καθαρίσει το κτήμα, βγάζοντας από κει τις πέτρες, μεγάλες και μικρές.
Ο ιδιοκτήτης του χωραφιού κατάλαβε ότι κάποιος καθαρίζει το κτήμα, και μια νύχτα που παραφύλαξε είδε ότι ήταν ο επίσκοπος Παρθένιος. Ο άγιος «του έκανε δεσμό», να μη μαρτυρήσει σε κανένα το γεγονός και υποσχέθηκε ότι αυτός θα τον βοηθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά του.
Το κήρυγμα του Αγίου είχε δυο στόχους: Πρώτα να τονώσει την πίστη των ανθρώπων στο Θεό και να τους κατευθύνει στη βασιλεία Του την Ουράνια, και δεύτερο να διαφυλάξει ακέραιη και ανόθευτη την ταυτότητα του βασανισμένου ρωμιού, τον Ελληνισμό δηλ. και την Ορθοδοξία. Συνεργάζεται γι’ αυτό με τους καπεταναίους του φημισμένου αρματολικιού των Ραδοβιζίων, και με τους μοναχούς και λογίους της περιοχής, για την παιδεία και την ανάπτυξη των πνευματικών του παιδιών. Γίνεται έτσι ο πνευματικός πατέρας και διδάσκαλος της περιοχής, που στηρίζει και δίνει φτερά στις ψυχές των υπόδουλων, να δώσουν
και όπως πραγματικά το έδωσαν ακόμα και το αίμα τους, όταν θα ερχόταν η ώρα του ξεσηκωμού.
Κατά την παράδοση, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περνώντας από την περιοχή αυτή συναντήθηκε με τον Άγιο Παρθένιο (μέχρι σήμερα οι κάτοικοι του χωριού δείχνουν το τόπο της συναντήσεώς τους), συζήτησαν τα μεγάλα προβλήματα των υπόδουλων και μαζί επισκέφθηκαν το μοναστήρι της Ροβέλιστας, έναν από τους λαμπρούς πνευματικούς φάρους από τότε μέχρι και σήμερα. Η μονή της Ροβέλιστας – υπαγόταν στον επίσκοπο Ραδοβισδίου – αποτελούσε κέντρο συνάντησης των αρματολών του αρματολικιού του Ραδοβισδίου, και αντίστασης στον κατακτητή. Στο χώρο της επίσης λειτουργούσε σχολείο από τους πατέρες της μονής, με πλούσια βιβλιοθήκη. Για τη δράση του αυτή το μοναστήρι καταστράφηκε από τους Τούρκους πολλές φορές και χάθηκε η πλούσια βιβλιοθήκη του.

Το τέλος της ζωής του
Η όλη ζωή και παρουσία του Αγίου Παρθενίου δεν άφησε ανενόχλητο τον κατακτητή. Γι’ αυτό και ο Άγιος, σύμφωνα με μία παράδοση, τιμωρήθηκε, καταδικάστηκε και υπέστη μαρτυρικό θάνατο, για να συναριθμηθεί στη χορεία των Οσίων και νέων μαρτύρων Ιεραρχών της Εκκλησίας μας. Σύμφωνα όμως με άλλη παράδοση, κοιμήθηκε οσιακά την 21η Ιουλίου του έτους 1777, και ετάφη πίσω από το Ιερό Βήμα του Επισκοπικού ναού των Αγίων Αναργύρων.

Η ανακομιδή των λειψάνων του
Μετά από 35 περίπου χρόνια οι κάτοικοι του χωριού αποφάσισαν να κάνουν εκταφή του λειψάνου του Αγίου, για να ενταφιάσουν έναν από τους διαδόχους του, τον επίσκοπο Καλλίνικο. Έτσι την 21η Ιουλίου του έτους 1810, μια μέρα καλοκαιρινή και πολύ καυστική, άνοιξαν τον τάφο του. Άρρητη ευωδία πλημμύρισε όλο το χωριό και τη γύρω περιοχή, και από τον καταγάλανο ουρανό άρχισε να πέφτει λεπτή βροχή. Οι κάτοικοι θεώρησαν το γεγονός αυτό «σημείο» παρά του Θεού και απόδειξη αγιότητας του Αγίου Παρθενίου. Με ευλάβεια περισυνέλεξαν τα άγια λείψανα και τα τοποθέτησαν στην αγία Τράπεζα του ναού των Αγίων Αναργύρων.
Οι οικείοι του Αγίου, όταν έμαθαν τα συμβάντα, ζήτησαν να παραλάβουν τα άγια λείψανά του. Οι κάτοικοι του Βελεντζικού αρνήθηκαν να παραδώσουν τον ανεκτίμητο θησαυρό τους, τα λείψανα του αγίου επισκόπου τους, και κατέφυγαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να διευθετήσει τη διαφορά. Το Πατριαρχείο έκρινε να παραμείνει η αγία Κάρα στο Βελεντζικό – έδρα της επισκοπής – και τα άλλα λείψανα να δοθούν στους οικείους του, όπως και έγινε.
Στον ιστορικό κώδικα της μονής Δουσίκου αναφέρεται ότι τα λείψανα μοιράστηκαν σε πολλά μέρη. Δυο
τρία μέρη έφερε στη μονή ο ηγούμενος Κυπριανός, όπως διαβάζουμε σε ιδιόχειρο σημείωμα του σκευοφύλακα της μονής Χατζή Γεράσιμου, που βρέθηκε τυλιγμένο μαζί με άγια λείψανα: «Ἐδῶ ἔχω τυλιγμένα δίου λίψανα τοῦ ἁγίου Παρθενίου Ραδοβεσδίου 1858 ἔτους. ὁ τοῦ Δουσίκου σκευοφύλαξ Χατζηγεράσιμος ἐπιβαιῶ. Τὰ ὕφερεν ὁ κς Κυπριανός ἀπό Βελεντζικό ὁ νῦν ἡγουμενεύοντος ὁς τὶς ἰδίαις χείλεσιν μὲ ὁμολόγησεν». Η σιαγόνα του Αγίου δόθηκε στη μονή Γρηγορίου του Αγίου Όρους από τον Επίσκοπο πρώην Σταγών Αμβρόσιο. Στη λειψανοθήκη επίσης (έτους 1848) του ναού του Αγίου Γεωργίου Κωστακιών (παλιότερα μονή του Αγίου Γεωργίου) έχουμε τη μία κλείδα του Αγίου.

Η τιμή του Αγίου
parthenios-3

Η Κάρα όμως του Αγίου Παρθενίου αποτελεί το κέντρο ευλάβειας και λατρείας των πιστών προς τον Άγιο, που από την ημέρα της ανακομιδής του λειψάνου του γιορτάζεται κάθε χρόνο την  21η Ιουλίου με λαμπρή πανήγυρη. Η παλαιά ακολουθία προς τιμήν του Αγίου, (και κάποια ίσως εικόνα του), που έγιναν την εποχή εκείνη, χάθηκαν στο χαλασμό και τον αφανισμό του χωριού από τους Τούρκους, μετά την ατυχή επανάσταση των Ραδοβισδίων το 1854. Σώθηκε μόνο η αγία του Κάρα, την οποία ο ιερέας του χωριού με κίνδυνο της ζωής του μετέφερε στα χωριά του Βάλτου, όπου και κατέφυγε.
Το 1939 με φροντίδα του ηγουμένου της μονής του Δουσίκου όπου τιμάται επίσης ο Άγιος
π. Συμεών Τσαγόπουλου και του διδασκάλου του Βελεντζικού Γεωργίου Βάκκα, συντέθηκε νέα ακολουθία προς τιμήν του Αγίου από τον αείμνηστο υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, και εκδόθηκε μαζί με το συναξάρι του το 1971 από τον αείμνηστο Μητροπολίτη μας κυρό Ιγνάτιο τον Γ΄ .
Νέα έκδοση του βίου του και της ακολουθίας του έγινε το 1991 στα Τρίκαλα από τον διδάσκαλο Γεώργιο Μηλίτση, ο οποίος συνέθεσε και περιλάμβανε στην έκδοσή του παρακλητικό προς τιμή του Αγίου Κανόνα.
Τιμάται επίσης ο Άγιος και στη γενέτειρά του, το χωριό Βατσουνιά της Καρδίτσας.
Πολλά και ποικίλα είναι τα θαύματα, που αναφέρονται στον Άγιο, από την επίγεια ζωή του μέχρι και σήμερα, και πολλοί είναι οι κάτοικοι όλης της περιοχής μέχρι τα χωριά του Βάλτου, οι οποίοι ομολογούν και διακηρύσσουν τις θαυματουργίες που επιτελεί η άγια του Κάρα και ο αγιασμός του Αγίου.
Όλοι όσοι προστρέχουν με ευλάβεια προς τον Άγιο λαμβάνουν τη χάρη και τη δωρεά του, που πλουσιοπάροχα πάντοτε έδινε και δίνει στα πνευματικά του παιδιά και τα «ευλογημένα» ζώα.
Ταῖς τοῦ Ἁγίου Παρθενίου πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ενημερωθείτε ηλεκτρονικά για τα νέα μας

logo imartis small white