Η Χαρά Της Μετάνοιας - Ξεριζώνοντας τις αμαρτίες
09 Απριλίου 2014
Συμβαίνει συχνά κάποιος να προσέρχεται στην εξομολόγηση λέγοντας: «Δεν ξέρω τι να εξομολογηθώ, πάντα το ίδιο πράγμα…». Αυτά τα λόγια υποδηλώνουν εγκληματική έλλειψη προσοχής απέναντι στη ζωή. Κάθε που έρχεται το βράδυ, στο τέλος κάθε μέρας, υπάρχει άραγε κανείς από μας που να μπορεί πραγματικά να ισχυριστεί ότι έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, ή ότι ενεργοποίησε όλες τις ικανότητές του; Μπορεί άραγε να ισχυριστεί κανείς ότι οι σκέψεις και τα συναισθήματά του έχουν άμεμπτη καθαρότητα; Ότι δεν αμέλησε καμία δραστηριότητα που μπορούσε και όφειλε να εκπληρώσει, και ότι ούτε μία από τις πράξεις του δεν στιγματίστηκε από κάποια ατέλεια; Ποίος είναι σε θέση να υποστηρίξει ότι οι σκέψεις του δεν είναι συγκεχυμένες, ότι η καρδιά του δεν είναι σκοτισμένη, ότι η θέλησή του δεν αμφιταλαντεύεται, ότι η συμπεριφορά του και οι επιθυμίες του δεν χαρακτηρίζονται από αχρειότητα;
Αν κάποιος προσέρχεται στην εξομολόγηση λέγοντας «δεν ξέρω τι να πω», τότε αυτό σημαίνει ότι δεν έχει ποτέ σκεφτεί σε βάθος τι θα μπορούσε – και επομένως τι θα όφειλε – να είναι∙ και ως εκ τούτου ικανοποιείται από την σύγκρισή του μ᾿ αυτό που ήταν την προηγούμενη μέρα, ή από τη σύγκρισή του μ᾿ άλλους όμοιούς του.
Κι όσο τα χρόνια περνούν κι εμείς προσερχόμαστε στην εξομολόγηση επαναλαμβάνοντας πάντοτε τα ίδια πράγματα, τότε αποδεικνύεται ότι δεν έχουμε ντραπεί ποτέ, δεν έχουμε πονέσει ποτέ πραγματικά· αποδεικνύεται ότι αποδεχόμαστε την αμαρτωλότητά μας με τέλεια αδιαφορία. «Πραγματικά, λέω ψέματα, αλλά κι όλος ο κόσμος το ίδιο δεν κάνει; Γίνομαι αιτία σκανδάλου, αλλά τούτο ισχύει και γι όλο τον κόσμο. Λησμονώ τον Θεό, αλλά και πως θα μπορούσα να Τον θυμάμαι; Μπροστά από εκείνους που έχουν την ανάγκη μου προσπερνάω, αλλά δεν μπορείς και να σταματάς στον καθένα!»… Έτσι σκεφτόμαστε. Αν όμως είμαστε τόσο αδιάφοροι προς εμάς τους ίδιους, ακόμη μεγαλύτερη αδιαφορία θα δείξουμε και προς τους άλλους ανθρώπους – ότι και να τους συμβεί θα μας αφήνει εντελώς ξένους.
Αχ! Και να μπορούσαμε για μία έστω φορά να δούμε (όπως βλέπει ο Θεός) τις συνέπειες των ενεργειών μας ή της απραξίας μας! Μακάρι να μπορούσαμε να διαβλέψουμε τι επακόλουθα μπορεί να δημιουργήσει στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου η επιτέλεση ή μη μιας πράξης, πόσο καθοριστικός μπορεί ν’ αποδειχτεί για την τύχη του ένας λόγος ή μία εξυπηρέτηση δική μας…
Να λοιπόν γιατί ερχόμαστε διαρκώς να εξομολογηθούμε τα ίδια πράγματα: επειδή ούτε μία φορά δεν έχουμε παρατηρήσει ότι αυτά μας μετατρέπουν σε τέρατα και θαμπώνουν μέσα μας την εικόνα του Θεού· την εικόνα εκείνη που έχει χαραχτεί στα βάθη της ύπαρξής μας και που ο Θεός, τρόπον τινά, μας έχει εμπιστευθεί, αλλά εμείς σταδιακά καταστρέφουμε, αμαυρώνουμε και βεβηλώνουμε, είτε λόγω αδιαφορίας, είτε λόγω κακίας – όχι λόγω μιας κακίας εμπαθούς, αλλά λόγω των μικρών και ασήμαντων καθημερινών μας κρίσεων κακίας.
Μερικές φορές ακούμε να λένε: «Δεν πετυχαίνω ν’ απαλλαγώ από τις αμαρτίες μου! Αν είχα διαπράξει κάποιο βαρύ αμάρτημα, θα μπορούσα ίσως να το αποτινάξω, όμως όλες μαζί οι αμαρτίες μου δεν με βαραίνουν περισσότερο από ένα στρώμα σκόνης. Και κάτι τέτοιο ο άνθρωπος το συνηθίζει, όπως συνηθίζει να ζει στην ακαταστασία του διαμερίσματός του…». Πραγματικά, δεν υπολογίζουμε ότι συχνά είναι δυσκολότερο να ξεφορτωθούμε πολλές μικρές αμαρτίες παρά ένα και μόνο βαρύ αμάρτημα. Ένα βαρύ αμάρτημα είναι δυνατόν να μας κλονίσει σε τέτοιο βαθμό, που να μας αφυπνίσει παρά την ανικανότητά μας να παραμένουμε σε εγρήγορση. Όμως οι αμαρτίες της καθημερινής ζωής είναι άλλη υπόθεση… Αναφέρεται ότι επισκέφτηκαν κάποτε τον άγιο Αλέξιο (έναν Ρώσο δια Χριστόν σαλό της επαρχίας Βορονέζ) δύο γυναίκες: η πρώτη βασανιζόταν από την συνείδησή της, καθώς είχε διαπράξει ένα φοβερό αμάρτημα, ενώ η άλλη δεν έκανε τίποτα άλλο απ’ το να κλαψουρίζει: «Είμαι αμαρτωλή, όπως όλος ο κόσμος- όπως ξέρετε πάτερ μου, είναι αδύνατον να ζει κανείς χωρίς ν’ αμαρτάνει». Έδειξε με συγκεκριμένο τρόπο και στις δύο τι σήμαιναν τα λεγόμενά τους, και τις έστειλε σ’ ένα χωράφι. Σ’ εκείνη που είχε διαπράξει το μοναδικό αμάρτημα που τη συνέτριβε, ζήτησε να πάει να ψάξει την πιο βαριά πέτρα που μπορούσε να σηκώσει, και να του την φέρει· στην άλλη έδωσε την εντολή να μαζέψει στην ποδιά της όσα περισσότερα χαλίκια μπορούσε. Όταν οι δύο γυναίκες γύρισαν πίσω, τους ζήτησε να ξαναπάνε και να αφήσουν τις πέτρες στο ίδιο ακριβώς μέρος απ’ όπου τις είχαν πάρει. Η πρώτη πήγε κατευθείαν στο χώρο που είχε μαζέψει την πέτρα της, της οποίας το αποτύπωμα ήταν ακόμη ορατό στο έδαφος, και την ξανάβαλε στη θέση της. Η δεύτερη όμως, περιπλανιόταν χωρίς να μπορεί να θυμηθεί που είχε βρει όλα εκείνα τα χαλικάκια… Μ’ αυτό τον τρόπο, απέδειξε εκείνος ο δια Χριστόν σαλός ότι δεν πρέπει να μεταχειριζόμαστε με περιφρόνηση και υπεροψία κάτι που μοιάζει ασήμαντο, αλλά από το οποίο καμιά δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να μας απαλλάξει!
Οφείλουμε να στοχαστούμε πάνω σ’ αυτά: Αν πραγματικά δεν δίνουμε σημασία στις μικρές αμαρτίες, δεν μπορούμε να τις καθαρίσουμε ή και αν η συνήθεια αγκιστρωθεί στην αδιαφορία για τα μικρά σφάλματα, τότε η αμέλεια γίνεται η δεύτερη φύση μας και αρχίζουμε ν’ αμαρτάνουμε ολοένα και περισσότερο, αρχίζουμε δηλαδή σταδιακά να παραμορφωνόμαστε και να καταστρέφουμε, ν’ αφανίζουμε. Να βεβηλώνουμε την εικόνα του Θεού μέσα μας.
Ξεκίνησα τούτη τη συζήτηση με μία σκέψη για το θάνατο. Είναι ανάγκη να προσερχόμαστε κάθε φορά στην εξομολόγηση, σαν να βρισκόμασταν στα πρόθυρα του θανάτου. Ο θάνατος παραμονεύει τον καθένα μας. Κανένας δεν ξέρει αν θα του δοθεί χρόνος για να μετανοήσει-όχι μόνο διότι ενδέχεται να πεθάνει αύριο, αλλά επειδή σε δέκα χρόνια ίσως να έχει χάσει την μνήμη του και να μην μπορεί πια να επιστρέψει στον εαυτό του. Αν πριν από κάθε εξομολόγηση σκεφτόμασταν ότι πρόκειται για μια καθοριστική στιγμή της ζωής μας (:«ή εισερχόμαστε ακριβώς τώρα, από εδώ κάτω, στην αιώνια ζωή, ή μένουμε έξω από αυτήν») τότε πέρα απ’ όσα θα λέγαμε στην εξομολόγηση, πέρα κι από τη θλίψη για τις ατέλειες και τα ελαττώματά μας, θα αξιολογούσαμε και με διαφορετικό μάτι τι είναι μικρό και τι μεγάλο στη ζωή μας. Διότι ενίοτε κάτι που είναι σημαντικό δεν αποτυπώνεται μέσα μας τόσο έντονα όσο κάτι άλλο που είναι ασήμαντο. Ο Απόστολος Ιάκωβος αναφέρει ότι ένα χαλινάρι μικρού μεγέθους μας επιτρέπει να κάνουμε ένα ορμητικό άλογο να πειθαρχεί. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμάς: είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε καθετί αμαρτωλό μέσα μας, αλλά κάτι μικρό και αμελητέο δεν λέμε να το απαρνηθούμε. Κι αυτό το «μικρό» είναι το λουράκι με το οποίο ο διάβολος μας κρατάει. Φαίνεται να είμαστε ελεύθεροι σ’ όλο το σώμα και σ’ όλη την ψυχή μας, εκτός από μία μικρή λεπτομέρεια – κι αυτή η λεπτομέρεια μας αιχμαλωτίζει. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, όλη η ύπαρξη μας υποδουλώνεται.
Εξαρτάται από μας να εξετάσουμε με ώριμη σκέψη, σύνεση και σοβαρότητα την κατάσταση της ζωής μας. Αν κάποια μέρα συνειδητοποιούσαμε την αμαρτωλότητά μας, την απομάκρυνσή μας από τον Θεό, το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε και σ’ αυτό που είμαστε, την ψυχρή αδιαφορία μας προς τον συνάνθρωπο, τότε θα μέναμε αποσβολωμένοι, γεμάτοι φρίκη· και τότε θα μπορούσαμε ν’ ακούσουμε την κλήση του Κυρίου: «Πες μου: στη συγχώρηση που σου δίνω, στην αγάπη που σου χαρίζω μ’ όλη τη ζωή Μου, θα μπορούσες να ανταποκριθείς με χαρά και ευγνωμοσύνη;» Χαρά για το γεγονός ότι με τη δύναμη του Θεού συγχωρούμαι και θεραπεύομαι, πράγμα που δεν θα μπορούσα να πετύχω με δικές μου δυνάμεις. Και ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι σωζόμαστε, επειδή έχουμε τόσο πολύ αγαπηθεί, τότε όλη μας η ζωή οφείλει να είναι αληθινή, να είναι μόνιμα τοποθετημένη ευχαριστιακά απέναντι στον Θεό, όχι μόνο επειδή Εκείνος υπάρχει, αλλά κι επειδή είναι ικανός να μας αγαπάει τόσο!
Πηγή: Το μυστήριο της Ίασης
Μητροπολίτου Anthony Bloom
Εκδόσεις Εν Πλω