Η Χαρά Της Μετάνοιας - Όποιος είδε τον αδελφό του, είδε τον Θεό
12 Μαρτίου 2014
Να γιατί μιλώντας για τον θάνατο ή τη ζωή επανέρχεσαι στο ίδιο σημείο. Μιλώντας για τον θάνατο κάνεις λόγο για τη ζωή∙ τη ζωή που οφείλουμε να ζούμε με τη μέγιστη δυνατή ένταση σε όλους της τους τομείς: στη δημιουργική δραστηριότητα ή στη σιωπή, στην ενδοσκόπηση ή στο άνοιγμά μας προς τα έξω. Στον καθένα από μας τίθεται ένα ερώτημα: «Μέχρι σήμερα, στο κύλισμα της ζωής μου, μικρής ή μεγάλης έδειξα πως υπήρξα άνθρωπος – πολύ απλά ένας άνθρωπος; Έδειξα πως υπήρξα χριστιανός; Αυτοαποκαλούμαι «άνθρωπος», αυτοαποκαλούμαι «χριστιανός», είναι όμως αυτό αλήθεια;»…
Ένας από τους πρώτους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Άγιος Ειρηναίος, Επίσκοπος Λυών, λέει ότι ο άνθρωπος έχει κληθεί να καθρεφτίζει τη δόξα του Θεού. Ο αληθινός άνθρωπος πρέπει να είναι τέτοιας ποιότητας, που οι άλλοι να διαβλέπουν μέσα απ᾿ αυτόν τη λάμψη της αιώνιας θείας ζωής∙ πρέπει ν᾿ αντανακλά μία φανέρωση του Θεού. Ένας από τους Πατέρες της ερήμου αναφέρει: «Όποιος είδε τον αδελφό του, είδε το Θεό». Είναι πράγματι αλήθεια; Άραγε θα μπορούσε το βλέμμα κάποιου τυχαίου περαστικού που θα βρεθεί στο δρόμο μας, να σταθεί πάνω μας με απορία; Θα τον έκανε η θέα μας να διερωτηθεί «Ποιος στο καλό είναι αυτός; Τι είναι αυτό το κάτι πάνω του που δεν το έχουμε δει ποτέ στο παρελθόν; Καίει πάνω του ένα φως που δεν το έχω ξανασυναντήσει στη γη. Αισθάνομαι ότι εντός του διαθέτει απέραντη πραότητα, ταπείνωση και αυταπάρνηση απέναντι σε κάθε δοκιμασία»…
Έχουμε κληθεί να είμαστε τέτοιας ποιότητας, ώστε οι άνθρωποι που μας συναντούν, να μπορούν να βιώσουν μια λάμψη της θείας δόξας, να μπορούν να συλλάβουν κάτι από τη θεία εικόνα∙ όχι το κάτι μιας εικόνας χειροποίητης, βασισμένης στα φυσικά μας χαρακτηριστικά, αλλά το κάτι που μεταδίδει η μία ψυχή στην άλλη, το κάτι μιας εικόνας που μπορεί μεν να είναι ατελής, αλλά που δεν παύει να ακτινοβολεί την αμείωτη ομορφιά του κόσμου της αιωνιότητας και του ίδιου του Θεού.
Τότε μόνο θα είναι δυνατόν να πούμε ότι έχουμε γίνει άνθρωποι∙ όχι ένα απλό δημιούργημα καταγεγραμμένο από τη Ζωολογία, αλλά ένας άνθρωπος όπως ο Θεός τον θέλησε: πλασμένος κατ᾿ εικόνα Του. Και την εικόνα αυτή, τη γεμάτη ζωή και δυναμισμό, μπορεί όποιος τη συναντά να την κατανοεί ως θεία αντανάκλαση∙ αν συναισθάνεται ότι μέσα απ᾿ αυτή ανάγεται από τη γη στον ουρανό, από τον χρόνο στην αιωνιότητα, από τον άνθρωπο που έχει μπροστά του, στον Θεό που η ψυχή του λαχταρά.
Και εμείς αυτοαποκαλούμαστε χριστιανοί. «Χριστιανός εἰμί», απαντούσαν οι μάρτυρες των πρώτων αιώνων, και με τα λόγια αυτά παραδιδόνταν στον εξευτελισμό, τα βασανιστήρια και τον θάνατο. Με τα λόγια αυτά μαρτυρούσαν ότι ο Θεός και ο Χριστός είχαν μεγαλύτερη αξία από τη ζωή. Τα λόγια αυτά καθόριζαν την τύχη τους. Στην Αντιόχεια ήταν που οι μαθητές του Σωτήρα έλαβαν το όνομα «χριστιανός». Κι αυτό έγινε όχι επειδή εντάχθηκαν σε μία νέα μικρή και ελάχιστα γνωστή αίρεση, που ήθελε να τραβήξει πάνω της την προσοχή, αλλά γιατί οι άνθρωποι αναγνώριζαν στα πρόσωπά τους, τους μαθητές του Χριστού. Στη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων διάφοροι χριστιανοί συγγραφείς απευθύνονταν στους εθνικούς προσπαθώντας να τους κάνουν να κατανοήσουν τι σημαίνει χριστιανός. Έτσι, για παράδειγμα, ο Τερτυλλιανός αναφέρει ότι όσοι ζούσαν κοντά σε μια χριστιανική οικογένεια ή κάποια χριστιανική κοινότητα (που την εποχή εκείνη δεν ήταν μεγάλες) έλεγαν συχνά: «Δείτε τι αγάπη έχουν μεταξύ τους!». Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των χριστιανών της εποχής εκείνης: η αγάπη! Αγάπη ανάμεσα σε δύο συζύγους, ανάμεσα σε δύο οικογένειες, ανάμεσα σε δύο κοινότητες∙ αγάπη ακμαία, αγάπη με καθαρό πάνω της το αποτύπωμα της ηδύτητας, και ζωογόνο εντός της το πνεύμα της δημιουργίας.
Σήμερα, δεν είναι δυνατόν να μιλήσουμε για το θέμα αυτό με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη και στους κόλπους μιας οικογένειας ή και της πιο μικρής κοινότητας δεν διακρίνουμε παρόμοια αφοσίωση. Αν παρά ταύτα εντοπίζεται κάποια μορφή αγάπης, πρόκειται για το κοινό και τετριμμένο αίσθημα, το διαδεδομένο ακόμη και στους άπιστους και ειδωλολάτρες: αγάπη ενταγμένη στα όρια της ανθρώπινης φύσης. Απέχουμε πολύ από αυτή την αγάπη που γέννησε το θαύμα της αναγέννησής μας διά του Αγίου Πνεύματος.
Να ένα ακόμη θέμα στοχασμού. Σε τι χρησιμεύει να είμαστε χριστιανοί αν τίποτα δεν μας διακρίνει από τους άλλους; Είναι τρομερό να σκεφτεί κανείς ότι, αν δεν διακηρύσσαμε δημόσια την χριστιανική μας ιδιότητα (προκαλώντας μάλιστα πολύ συχνά απορία και έκπληξη: «Τι; Είναι στ᾿ αλήθεια χριστιανός;»), κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι είμαστε χριστιανοί… Τίποτα χριστιανικό δεν μας διακρίνει: ούτε η απουσία του φόβου μπροστά στον πόνο, την αρρώστια, τον κίνδυνο, τον θάνατο∙ ούτε η απουσία της πλεονεξίας μπροστά σε ότι μπορεί κανείς να αρπάξει από τη ζωή –επομένως κι από τον πλησίον- διακινδυνεύοντας την ψυχή του, το σώμα του ή τα υλικά αγαθά∙ ούτε η αγάπη, δηλαδή η άρνηση της ψυχρότητας, της αδιαφορίας, της λησμονιάς ή της εχθρικής εκείνης σχέσης, ή του καυστικού μίσους, του άσβεστου και οδυνηρού…
Κανένας μας δεν θα μπορούσε ν᾿ αποφύγει μία τέτοια διαπίστωση: Δεν μπορώ να ονομάζομαι άνθρωπος με την αληθινή έννοια του όρου – ανήκω στη γη, στη λάσπη, κι όχι στον κόσμο του ουρανού. Ενδέχεται να στραφταλίζουν κάποιες λάμψεις αυτού του ουράνιου κόσμου μέσα μου, αλλά διαγράφουν απλά την πορεία που ένα πεφταστέρι θα διέγραφε στον ουράνιο θόλο: για λίγο το σκοτάδι φωτίζεται, κι ίσως για μια στιγμή να μπορεί και κάποιος άλλος να διακρίνει μία σπίθα καθαρότητας, μία λάμψη που δεν θα υποψιαζόταν πως μπορεί να υπάρχει μέσε στα σκοτάδια… Όμως, δεν μπορώ να λέγομαι χριστιανός∙ διότι η αγάπη μέσα μου απέχει πολύ από το μέτρο της θείας αγάπης, για την οποία ο Κύριος είπε: «Ὁ τηρῶν [τας ἐντολάς μου] ἐκείνος ἐστιν ὁ άγαπῶν με». Εμείς όμως τις προσπερνάμε τις εντολές.
«Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις την ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάν. 15,13). Κάνοντας λόγο για τον Χριστό, ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι δύσκολα θα βρισκόταν άνθρωπος έτοιμος να θυσιαστεί για τον φίλο του, ενώ ο Χριστός πέθανε για μας τη στιγμή που εμείς ήμασταν εχθρικοί ή ξένοι απέναντί του… Δεν πέθανε μόνο για όσους Τον γνώρισαν, για εκείνους που έγιναν μαθητές Του, άξιους και ανάξιους, αλλά και για όσους Τον καταδίκασαν άδικα και Τον κάρφωσαν πάνω στο Σταυρό: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς οὐ γάρ οἴδασι τι ποιοῦσιν».
Καθένας μας λοιπόν πρέπει να υποβάλλει διαρκώς στον εαυτό του το ερώτημα: «Είμαι Χριστιανός; Μπορεί κάποιος ίσως, μέσω εμού, ν᾿ αναγνωρίσει το πρόσωπο του Χριστού, να νιώσει στους παλμούς της καρδιάς μου την αγάπη του Χριστού, να μάθει την σοφία και την δικαιοσύνη Του στους λόγους και τις σκέψεις μου, να αποκτήσει γνώση ή εμπειρία των οδών του Θεού μέσα από τις πράξεις μου, από τον τρόπο που συμπεριφέρομαι απέναντι στη ζωή, απέναντι στον κάθε άνθρωπο, απέναντι στον Θεό;».
Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι θα επέλθει ο θάνατος, και μετά από αυτόν η κρίση. Ναι, ο θάνατος αργά ή γρήγορα –άγνωστο πότε- θα έλθει, και ο καθένας μας θα αντιμετωπίσει την κρίση του Θεού. Κι ο Χριστός εκστομίζει λόγους αυστηρούς και σκληρούς: αδυσώπητη θα είναι η κρίση για όσους δεν έχουν δείξει ελεημοσύνη, για όσους θα εμφανιστούν δίχως συμπόνια, γενναιοδωρία και με καρδιά στυγνή και άπονη. Για όλα τούτα, «άσπλαχνο» και «άκαρδο» δεν θα αποκαλέσουμε τον Θεό τόσο, όσο εμάς τους ίδιους∙ διότι η λύτρωση συνεπάγεται την είσοδό μας στο ποτάμι της θείας αγάπης, την ένωσή μας, διά της αγάπης, με την Αγάπη. Επομένως αν τούτη η αγάπη εμάς δεν μας πληρεί, αν στερούμαστε της ικανότητας ν᾿ αγαπάμε, ν᾿ ανοιγόμαστε, αν η καρδιά μας δεν επιθυμεί ούτε να αγαπάει, τότε τοποθετούμαστε από μόνοι μας έξω από την Αγάπη. Θα εγερθούμε και σύμφωνα με την λέξη του Ντοστογιέφσκι, θα ανακαλύψουμε ότι το μοναδικό νόημα όλης της ζωής ήταν η αγάπη, και ότι εμείς στερήσαμε νοήματος ολάκερη τη ζωή μας, απ᾿ την αρχή μέχρι το τέλος – τη λεηλατήσαμε και βρισκόμαστε στην έσχατη ένδεια∙ δεν έχουμε καν την ικανότητα να αναπληρώσουμε την έλλειψη, διότι αυτή την ικανότητα μόνο ο Κύριος (η Αγάπη) μπορεί να τη δώσει.
Η κρίση του Θεού δεν θα περιοριστεί μονάχα στις αρετές μας. Ο Κύριος δεν θα ζυγιάσει απλώς και μόνο το πόσο κοντά μείναμε στην πίστη. Αναλογιστείτε την ευαγγελική περικοπή που διαβάζουμε όταν μπαίνουμε στη Μεγάλη Σαρακοστή: την παραβολή των προβάτων και των εριφίων. Όλα τα ερωτήματα που θα μας τεθούν συνοψίζονται στην εξής μοναδική ερώτηση: Όταν ζούσες στη γη, η καρδιά σου ήταν πέτρινη ή ήταν πάλλουσα σάρκα ζωντανή; Έδωσες στον πεινασμένο να φάει, περιμάζεψες αυτόν που κρύωνε, έντυσες το γυμνό, επισκέφτηκες τον φυλακισμένο που τον έχουν απορρίψει όλοι ή μήπως περιχαρακώθηκες στην αδιαφορία, την αλαζονεία, όπως ο πλούσιος που οργάνωνε συμπόσια, την ώρα που μπροστά στην πόρτα του πέθαινε ο Λάζαρος από την πείνα και το κρύο; Τούτο είναι το μεγάλο ερώτημα που θα τεθεί: είχες καρδιά ανθρώπου ή μήπως υπήρχε πέτρα στη θέση της; Αν μέσα σου υπήρχε ανθρώπινη καρδιά, θα μπορούσε να εξελιχθεί στο μέτρο της θείας αγάπης∙ αλλά αν απουσιάζει εντελώς η ανθρώπινη καρδιά, με τι θα μπορούσε να ενωθεί η θεία αγάπη;
«Μα εγώ τους αγαπώ τους ανθρώπους», λέμε συχνά. Δεν ωφελεί καθόλου να κρυβόμαστε πίσω από τέτοιες υπεκφυγές. Όλους τους ανθρώπους όταν βρίσκονται μακριά, τους αγαπάμε! Ένας συγγραφέας απεικονίζει τον χαρακτήρα ενός ήρωά του ως εξής: «Αγαπούσε την ανθρωπότητα σε τέτοιο βαθμό, που έφτανε στο σημείο να μισεί κάθε μεμονωμένο πρόσωπο, επειδή αυτό παραμόρφωνε στα μάτια του την τέλεια εικόνα της ανθρωπότητας». Αγαπούσε αληθινά την αφηρημένη, μη πραγματική (εξιδανικευμένη) ανθρωπότητα∙ ότι όμως αφορούσε σε συγκεκριμένο άνθρωπο ή σε ομάδα ανθρώπων δεν μπορούσε να το ανεχτεί , να το αντέξει. Στους πραγματικούς ανθρώπους διέκρινε την ασχήμια, ενώ αυτός ονειρευόταν την τέλεια ομορφιά που δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ, την ομορφιά που κανένας δεν πρόκειται να δει πριν από την Δευτέρα Παρουσία.
Κι η αγάπη για τους ανθρώπους που τυχαίνει να είναι τριγύρω μας, ίδιας πάστας δεν είναι; Περιορίζεται σε ελάχιστους∙ μα κι αυτούς δεν τους αγαπάμε με την πρώτη, δεν τους αγαπάμε χωρίς να τους θέτουμε προϋποθέσεις∙ οι τσακωμοί είναι ασταμάτητοι, τα αισθήματά μας γίνονται ψυχρά. Και σαν επιστέγασμα όλων έρχεται η αποστροφή μας για τους άλλους.
Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει: Να σηκώνετε ο ένας το φορτίο του άλλου και έτσι θα εφαρμόσετε πλήρως το νόμο του Χριστού. Τούτα τα βάρη δεν είναι μόνο δυστυχίες της ζωής, αλλά και το βαρύ φορτίο του προσώπου του άλλου ανθρώπου. Όλοι μπορούμε να σηκώσουμε το βάρος της θλίψης του άλλου, όταν πρόκειται για μια σύντομη αρρώστια, μια πρόσκαιρη διένεξη∙ πόσο φοβερό όμως είναι να βλέπουμε ότι η θλίψη διαρκεί, η αρρώστια παρατείνεται, οι στερήσεις δεν έχουν τέλος. Δεν περνά πολύς καιρός (καιρός ειλικρινούς θλίψης για το πρόσωπο του άλλου και φροντίδας ανιδιοτελούς για τις ανάγκες του) και απέναντί του ψυχραινόμαστε: «Μα δεν θα τελειώσει ποτέ η αρρώστια του, η ανέχειά του, ο πόνος του; Είναι καιρός πια να αναρρώσει! Είναι καιρός να κουνηθεί κι αυτός λιγάκι, να συνέλθει! Θα πρέπει εγώ ν᾿ ασχολούμαι μ᾿ αυτό τον άνθρωπο όλη μου τη ζωή;». Όμως ο Κύριος δεν φέρεται έτσι σ᾿ εμάς. Όσο διαρκεί η ζωή μας –κάποιες δεκαετίες δηλαδή- ο Κύριος υπομένει, περιμένει, ελπίζει και όλο αυτό τον καιρό, ναι όλο αυτό τον καιρό, μοχθεί να μας προσφέρει βοήθεια…
Δυστυχία δεν σημαίνει να αγαπάμε λίγους ανθρώπους, να μη μπορούμε ν᾿ αγαπήσουμε ένα μεγάλο πλήθος, να έχουμε καρδιά στενόχωρη («στενοχωρεῖσθε ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν», λέει ο Απόστολος Παύλος…). Δυστυχία είναι να βλέπουμε πόσο θλιβερή και αξιολύπητη είναι η αγάπη μας γι᾿ αυτούς που ισχυριζόμαστε ότι είναι τα αγαπημένα μας πρόσωπα∙ πόσο κλονισμένοι από την ανυπομονησία, πόσο γυμνή από στοργή και ευαισθησία, πόσο παράλογη και εξωφρενική!
Πρέπει να συλλογιστούμε λοιπόν ποια είναι η σχέση μας με τα μέλη του περιβάλλοντός μας και ν᾿ αναρωτηθούμε: Τι είδους αγάπη έχω προς αυτούς; Μια αγάπη χαράς ή μια αγάπη φορτική; Διότι είναι πράγματι πιθανό, η αγάπη μας να πνίγει κάποιον, να τον κάνει να νιώθει ανελεύθερος, σκλάβος∙ είναι πιθανό κάτω από το βάρος αυτού που ονομάζουμε «αγάπη», ο αγαπώμενος να υποφέρει. Υποφέρει όταν εμείς νομίζουμε ότι γνωρίζουμε καλύτερα από αυτόν που βρίσκεται η ευτυχία του, ποιες είναι οι ανάγκες του, που είναι η χαρά του∙ όταν του αφαιρούμε και το ελάχιστο της ελευθερίας του, της δημιουργικότητάς του∙ όταν επιθυμούμε να διευθύνουμε εμείς οι ίδιοι τη ζωή του, προκειμένου να τον «βελτιώσουμε»…
Πηγή: Το μυστήριο της Ίασης
Μητροπολίτου Anthony Bloom
Εκδόσεις Εν Πλω