Ομιλία εις την Κυριακή του Παραλύτου
11 Μαΐου 2014
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Α΄. Όπου να εμφανιστεί ο Ιησούς, εκεί βρίσκεται και η σωτηρία. Γιατί κι αν δει τελώνη να κάθεται στο τελωνείο (Ματθ. θ΄9) τον κάνει απόστολο και ευαγγελιστή. Και αν ταφεί μαζί με τους νεκρούς, ανασταίνει τους νεκρούς (Ματθ. κζ΄ 52). και στους τυφλούς χαρίζει την όραση (Ματθ. ια΄ 3, Λουκ. ζ΄ 22, Μαρκ. θ΄ 18), και στους κωφούς την ακοή (Ματθ. ιβ΄ 22, ιε΄ 30). Περνάει και από τις δεξαμενές, όχι εξετάζοντας τις οικοδομές, αλλά θεραπεύοντας τους αρρώστους.
Β΄. Υπήρχε πραγματικά στα Ιεροσόλυμα μια δεξαμενή για τα πρόβατα, η οποία είχε πέντε στοές (Ιω. ε΄ 2), που οι τέσσερις την περικύκλωναν και η Πέμπτη ήταν στη μέση, στην οποία ήταν ξαπλωμένος μεγάλος αριθμός αρρώστων (Ιω. ε΄ 3) και πολλοί άπιστοι Ιουδαίοι. Ο γιατρός όμως και θεραπευτής των ψυχών και των σωμάτων χάριζε την θεραπεία με μέτρο, θεραπεύοντας πρώτα εκείνον που ήταν άρρωστος πολλά χρόνια, για να απαλλαγεί γρήγορα από τους πόνους. Γιατί δεν ήταν η πρώτη ημέρα που κείτονταν εκεί, αλλά ούτε η δεύτερη, ούτε ο πρώτος μήνας ή ο πρώτος χρόνος, αλλά τριάντα οκτώ χρόνια (Ιω. ε΄ 5). Καθώς ήταν ξαπλωμένος από την πολύχρονη αρρώστια, ήταν γνωστός σε όσους τον έβλεπαν, και έδειχνε την ενέργεια Εκείνου που τον θεράπευσε. Ήταν, λοιπόν, γνωστός ο παραλυτικός σε όλους, επειδή βρισκόταν εκεί για πολλά χρόνια, και ο αρχίατρος –Χριστός- έδειξε βέβαια την δύναμή Του, όμως εκείνοι που δέχονταν κακώς τη θεραπεία, την αμφισβητούσαν.
Γ΄. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός περνούσε από την δεξαμενή, είδε. Δεν ρώτησε για να μάθει. αλλά συμπλήρωσε αυτό που έλειπε με τη θεϊκή Του ενέργεια. Είδε, χωρίς να ρωτήσει για πόσα χρόνια ήταν κατάκοιτος. Δηλαδή, βλέποντάς τον κατάλαβε αυτό που γνώριζε, και πριν να το δει. Διότι, εάν για τις κρυφές επιθυμίες της καρδιάς του παραλυτικού δεν είχε ανάγκη να Του πει κανείς (Ιω. ιστ΄ 30) γι’ αυτόν τον άνθρωπο (διότι Αυτός γνώριζε τι υπήρχε μέσα στον άνθρωπο – Ιω. β΄ 25), πολύ περισσότερο γνώριζε για τα νοσήματα, που προερχόταν από εξωτερικές αιτίες.
Δ΄. Ο Χριστός είδε κάποιον κατάκοιτο και ταλαιπωρημένον από τη βαριά του αρρώστια. Διότι είχε μεγάλο βάρος αμαρτιών και πόνο μακροχρόνιας αρρώστιας. Σ’ αυτόν απευθύνει το ποθητό ερώτημα: «Θέλεις να θεραπευθείς;» (Ιω. ε΄ 7). Και δεν είπε τίποτε άλλο, παρά άφησε την ερώτηση στη μέση, διότι η ερώτησή Του ήταν διπλή. Επειδή ο παραλυτικός δεν ήταν μόνο σωματικά άρρωστος, αλλά και ψυχικά (σύμφωνα με αυτό που του είπε μετά: «Βλέπεις έχεις γίνει καλά. Από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο» - Ιωάν. ε΄ 14), γι’ αυτό τον ρώτησε: «Θέλεις να θεραπευθείς;». Τι μεγάλη που είναι η δύναμη του Γιατρού, που βάζει ως προϋπόθεση της βοηθείας Του τη θέληση του αρρώστου! Διότι, επειδή η σωτηρία προέρχεται από την πίστη, γι’ αυτό ο παραλυτικός άκουσε το “θέλεις”, ώστε η θέληση να φέρει τη θεραπεία. Αυτόν τον λόγο μπορούσε να τον πει μόνο ο Ιησούς, και όχι οι αισθητοί αρχίατροι. Διότι, αυτοί που θεραπεύουν τα αισθητά νοσήματα, δεν μπορούν να λένε σε όλους: Θέλεις να γίνεις καλά; Όμως ο Ιησούς και τη θέληση χορηγεί και την πίστη δέχεται και χαρίζει τη δωρεά χωρίς αμοιβή.
Ε΄. Κάποτε ο Σωτήρας περπατούσε στον δρόμο και δύο τυφλοί κάθονταν εκεί (Ματθ. κ΄ 30), οι οποίοι δεν έβλεπαν μεν σωματικά, όμως ήταν φωτισμένοι στη διάνοια. Διότι Αυτόν που δεν Τον γνώριζαν οι Γραμματείς, Τον έδειχναν οι τυφλοί φωνάζοντας. Γιατί οι Φαρισαίοι, που έμαθαν τον Νόμο από τότε που ήταν παιδιά και τον μελέτησαν μέχρι τα γηρατειά τους και γέρασαν μέσα στην αμάθεια, έλεγαν πως δεν γνωρίζουμε από πού Αυτός προέρχεται (Ιω. θ΄ 29) (Διότι λέει, «ήλθε στους δικούς Του, και οι δικοί Του δεν τον δέχτηκαν» - Ιω. α΄ 11), ενώ οι τυφλοί φώναζαν και έλεγαν: «Ελέησέ μας, Υιέ του Δαβίδ» (Ματθ. θ΄ 27, κ΄ 30). Και Αυτόν που δεν Τον ήξεραν εκείνοι που διδάχτηκαν τον Νόμο, Τον γνώριζαν αυτοί που δεν τους εξυπηρετούσαν τα μάτια τους να διαβάζουν.
Σ’ αυτούς, λοιπόν, προσήλθε ο Σωτήρας και τους είπε: «Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό;» (Ιω. ε΄ 17), και «Τι θέλετε να κάνω για εσάς;» (Ματθ. κ΄ 32). Δεν τους είπε «Τι θέλετε να σας πω», αλλά «τι θέλετε να κάνω για εσάς», διότι είναι δημιουργός και ζωοδότης που δεν άρχισε τώρα να εργάζεται –διότι ο Πατέρας Του πάντοτε εργάζεται, και Αυτός συνεργάζεται με τον Πατέρα Του (Ιω. ε΄ 17)- και ήταν δημιουργός των πάντων με τη συγκατάθεση του Πατέρα. Λοιπόν, Αυτός που είναι ο μόνος που γεννήθηκε από τον μοναδικό Πατέρα χωρίς τη μεσολάβηση κανενός, ρωτάει τους τυφλούς και τους λέει: «Τι θέλετε να κάνω για εσάς;», όχι γιατί αγνοούσε αυτό που ήθελαν (γιατί ήταν ολοφάνερο το πράγμα), αλλά για να δώσει τη δωρεά από τα λόγια τους και να δικαιωθούν από τα λόγια τους. Γιατί, χωρίς άλλο, Αυτός που γνώριζε τις καρδιές, δεν αγνοούσε αυτό που τους ρωτούσε, αλλά περίμενε τον λόγο τους, για να ελκύσει η ερώτησή Του την ενέργεια.
paralitosΣΤ΄. Έτσι, αφού βρέθηκε ο Γιατρός κοντά σ’ αυτόν και προσήλθε προς τον ταλαιπωρημένο (και δεν είναι καθόλου αξιοθαύμαστο το ότι πήγε στον παραλυτικό που ήταν ξαπλωμένος κοντά στην κολυμβήθρα, Αυτός που έφυγε από μόνος Του από τους ουρανούς και ήλθε σ’ εμάς), τον ρώτησε: «Θέλεις να θεραπευθείς;» (Ιω. ε΄ 7), κάνοντας τον παραλυτικό με την ερώτηση να Τον γνωρίσει και διεγείροντάς τον να ρωτήσει κι αυτός. Αυτό ήταν δωρεά μεγάλη χάριτος, γιατί ήταν χωρίς αμοιβή. Γι’ αυτό εξ’ άλλου ο θεραπευτής ήταν αυτόκλητος. Κι ο παραλυτικός απάντησε: «Ναι, Κύριε». Διότι η μακρόχρονη αρρώστια μου κάνει επιθυμητή την υγεία, και εγώ μεν ποθώ, «όμως δεν έχω άνθρωπο» (Ιω. ε΄ 7).
Άνθρωπέ μου, μη λιγοψυχήσεις, επειδή δεν έχεις άνθρωπο. Έχεις παρόντα τον Θεό, κατά το ένα μέρος άνθρωπο και κατά το άλλο Θεό. Και πρέπει να τα ομολογούμε και τα δύο. Διότι η ομολογία της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, εάν δεν συνοδεύεται και από την ομολογία της θεότητάς Του, δεν ωφελεί σε τίποτε, και μάλλον προξενεί κατάρα. Διότι «είναι καταραμένος όποιος στηρίζει την ελπίδα του σε άνθρωπο» (Ιερ. ε΄ 7). Εάν, λοιπόν, κι εμείς, ελπίζοντας στον Ιησού, ελπίζουμε σε άνθρωπο, και δεν συνδέουμε και τη θεότητά στην ελπίδα μας, είμαστε κληρονόμοι κατάρας. Τώρα όμως ομολογούμε τον Ιησού και Θεό και άνθρωπο, αληθινά και τα δύο. Αληθινά Θεό, επειδή γεννήθηκε από τον αληθινό Πατέρα. Τον προσκυνούμε όμως και ως άνθρωπο, που έγινε όχι κατά φαντασία, αλλά αληθινά, προσμένοντας από Αυτόν αληθινή σωτηρία.
Ζ΄. Θέλω βέβαια να γίνω καλά, «όμως δεν έχω άνθρωπο» (Ματθ. ε΄ 7). Δες ότι όπου η σωτηρία καθυστερεί εξ αιτίας στερήσεων, εκεί δίδει τη θαυματουργική ενέργεια. Διότι οι πιο πολλοί από τους αρρώστους και σπίτια είχαν, επίσης και γνωστούς, ίσως και κάποιους άλλους. Αυτός, όμως, που υπέφερε πραγματικά μέσα σε μεγάλη φτώχεια και δεν είχε τη δυνατότητα καμιάς βοήθειας από έξω και ήταν εγκαταλειμμένος τελείως μόνος, βρήκε για βοηθό τον μονογενή Υιό του Θεού. «Θέλεις να γίνεις καλά; Ναι, Κύριε, όμως δεν έχω άνθρωπο, ώστε, όταν ταραχθεί το νερό, να με βάλει στη δεξαμενή» (Ματθ. ε΄ 7). Έχεις την πηγή, «διότι κοντά σου βρίσκεται η πηγή της ζωής» (Ψαλμ. λε΄ 10). Την πηγή που δημιουργεί τις πηγές. Και «όποιος θα πιεί από αυτό το νερό (Ιω. δ΄ 14) θα τρέξουν από την κοιλιά του ολόκληρα ποτάμια (Ιω. ζ΄ 38) νερού, που δεν θα κυλάει προς τα κάτω, αλλά νερού που θα αναβλύζει (γιατί το νερό του Ιησού δεν μας κάνει να πηδάμε από επάνω προς τα κάτω, αλλά από τα γήινα προς τα ουράνια), νερού που θα αναβλύζει στην αιώνια ζωή» (Ιω. δ΄ 14). Διότι ο Ιησούς είναι η πηγή των αγαθών.
Η΄. Και γιατί περιμένεις την κολυμβήθρα; Εδώ έχεις Αυτόν που περπατά επάνω στα νερά, Αυτόν που προστάζει τους ανέμους (Μαρκ, δ΄ 39), Αυτόν που είναι ο ηνίοχος της θάλασσας (Ματθ. Ιδ΄ 24), Αυτόν που έχει στρωμένη τη θάλασσα σαν θεμέλιο όχι μόνο για τον εαυτό Του, αλλά και για τον Πέτρο που του έδωσε τη δύναμη να περπατήσει με τον ίδιο τρόπο επάνω σ' αυτήν. Γιατί, επειδή ήταν σκοτεινή νύχτα και μόλις άρχιζε να φέγγει, ο Ιησούς δεν αναγνωριζόταν (διότι ο Ιησούς που περπατούσε επάνω στα νερά ήταν αγνώριστος, και μόλις που φαίνονταν τα χαρακτηριστικά του προσώπου Του και η παρουσία Του ήταν αισθητή από τη χαρακτηριστική φωνή Του). Και νομίζοντας πως είναι φάντασμα φοβήθηκαν. Τους είπε τότε ο Ιησούς: «Εγώ είμαι, μη φοβάστε» (Ματθ. Ιδ΄ 27). Και ο Πέτρος του είπε: «Εάν είσαι Εσύ», τον Οποίον εγώ γνωρίζω, και μάλλον Αυτός που μου φανέρωσε ο Πατέρας, «πρόσταξέ με να έλθω κοντά Σου περπατώντας επάνω στα νερά» (Ματθ. Ιδ΄ 28). Και Εκείνος πρόθυμα του είπε: «Έλα!» (Ματθ. Ιδ΄ 29).
paralitos2Θ΄. Ήταν, λοιπόν, κοντά στα νερά της δεξαμενής ο ηνίοχος και δημιουργός των νερών, προς τον Οποίον ο παραλυτικός είπε: «Δεν έχω άνθρωπο, ώστε, όταν ταραχθεί το νερό, να με βάλει μέσα στη δεξαμενή» (Ιω. ε΄ 7). Του λέει ο Σωτήρας: Γιατί περιμένεις την ταραχή των νερών; Θεραπεύσου χωρίς να ταραχθούν. Γιατί περιμένεις τη φαινομενική ταραχή; Με τον λόγο η προσταγή γίνεται πιο γρήγορα από ένα νεύμα. Μόνο πρόσεξε από που προέρχεται η θεραπευτική ενέργεια και θα δεις τον Θεό που εμφανίζεται ως άνθρωπος, και μη βλέπεις Αυτόν που φαίνεται, αλλά Εκείνον που ενεργεί μέσω Αυτού που φαίνεται. «Δεν έχω άνθρωπο ώστε, όταν ταραχθεί το νερό, να με βάλει μέσα στη δεξαμενή» (Ιω. ε΄ 7). Και ο Χριστός του λέει: «Γιατί περιμένεις τα μικρά; Γιατί ζητάς τη θεραπεία από τα νερά; Σήκω επάνω, σου το είπε Αυτός που είναι η Ανάσταση (Ιω. ια΄ 25). Διότι παντού ο Σωτήρας γίνεται τα πάντα: Στους πεινασμένους γίνεται ψωμί, στους διψασμένους γίνεται νερό, στους νεκρούς ανάσταση, στους αρρώστους γιατρός, στους αμαρτωλούς απολύτρωση.
Ι΄. «Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα!» (Ιω. ε΄ 8). Πρώτα όμως «σήκω». Δηλαδή πρώτα απόβαλε την αρρώστια και μετά πάρε την ενίσχυση της πίστεως. Γίνε πρώτα πιο δυνατός από το κρεβάτι που σε σηκώνει, και με το ξύλινο αυτό κατασκεύασμα μάθε να σηκώνεις αυτά που από πολλά χρόνια είναι άξια σεβασμού. Και πρόσταξε τον παραλυτικό να σηκώσει το ξύλινο κρεβάτι ο Σωτήρας, για τον Οποίον έχει λεχθεί: «Ο βασιλιάς έφτιαξε για τον εαυτό του φορείο από ξύλα του Λιβάνου, Τους στύλους του φορείου τους έκανε από ασήμι, το ανάκλιντρό του από πορφύρα και μέσα του στρωμένο με κεντημένο ψηφιδωτό» (Άσμα γ΄ 9-10). Όλα αυτά που αναφέρονται στο Άσμα για τους νεόνυμφους και νηφάλιους και σώφρονες, είναι σύμβολα του Πάθους. Να μη εκλαμβάνεις τα λόγια του Άσματος όπως τα εκλαμβάνουν οι πολλοί, που δεν τα βλέπουν στο βάθος τους, και νομίσεις ότι εκείνα τα άσματα είναι ερωτικά γεμάτα πάθος, αλλά είναι νυφικά λόγια, γεμάτα σωφροσύνη.
Και εάν δεν κατανοείς τα λόγια του Άσματος, έλα στις Παροιμίες, και από δρόμο και από σκαλοπάτια ανέβα σ' εκείνες: «Η σοφία οικοδόμησε για τον εαυτό της οικία (μιλά σαν να πρόκειται για γυναίκα) και έστειλε τους δούλους της» (Παρ. θ΄ 1,3). Και σε άλλο σημείο πάλι λέει: «ερωτεύσου την και θα σε φυλάξει» (Παρ. δ΄ 6). Δεν πρόκειται για έρωτα γυναίκας, αλλά έρωτα σοφίας, η οποία παραμερίζει τον έρωτα. Διότι, όπου αποκτιέται η σοφία, εξορίζεται ο έρωτας. Και ούτε και τα πάθη είναι σύμφωνα με τη σοφία, αλλά είναι σοφά τα νοήματα. «Έγιναν θηλυμανή άλογα» (Ιερ. ε΄ 8). Η ορμή είναι χωρίς λογική. Εάν, λοιπόν, στο Άσμα ακούσεις να λέγονται για τον νυμφίο και την νύφη, να μην κάνεις ταπεινές σκέψεις, ούτε να ακούς όσα λέγονται με εμπάθεια, αλλά να αντικαθιστάς τα πάθη με τα αντίθετά τους.
ΙΑ΄. Μελέτα, λοιπόν, τα θεία λόγια του Άσματος που είναι όλο σωφροσύνη και προμηνύουν το Πάθος του Χριστού. Διότι όταν διηγούνται το Πάθος του Σωτήρα, λένε και για τον τόπο, «μπήκε στον κήπο» (Άσμ. ε΄ 1), για Εκείνον που τάφηκε εκεί. Αναφέρουν και τα αρώματα, «πήρε όλο μου τον μύρο» (Άσμ. ε΄ 13), διότι εκπληρώθηκε η θεία οικονομία. Και μετά την Ανάσταση έλεγε, «έφαγα το ψωμί μου μαζί με το μέλι μου» (Άσμ. ε΄ 1), διότι Του έδωσαν ένα κομμάτι κηρήθρα με μέλι (Λουκ. κδ΄ 42). Και για το κρασί το αναμιγμένο με σμύρνα, έλεγε πάλι το Άσμα: «Θα σε ποτίσω κρασί ανακατεμένο με σμύρνα» (Άσμ. η΄ 2). Και τα σχετικά με το μύρο που χύθηκε στο κεφάλι Του, έλεγε σε άλλο μέρος τα εξής: «Όσο διάστημα ο βασιλιάς ήταν ανακεκλιμένος στο τραπέζι του, ο νάρδος μου ανέδιδε το άρωμά του» (Άσμ. α΄ 12 ), διότι, όταν κάθισε σε γεύμα στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, μπήκε μια γυναίκα, που έσπασε ένα αλαβάστρινο δοχείο, που είχε μέσα πολύτιμο μύρο από γνήσιο νάρδο και το άδειασε στην κεφαλή Του (Μαρκ. ιδ΄ 3). Έτσι μιλά και για τον Σταυρό, «κατασκεύασε φορείο» (Άσμ. γ΄ 9), δηλαδή το ξύλο του Σταυρού, που Τον σήκωνε, «τους στύλους του οποίου τους έκανε από άργυρο» (Άσμ. γ΄ 9), και η αρχή της σταυρώσεως ήταν η προδοσία, που έγινε με αργύρια. Δηλαδή, όπως ένα ωραίο σπίτι έχει από επάνω μια χρυσή οροφή, το δε σύνολο της κατασκευής το στηρίζουν στύλοι, έτσι και η αρχή της σταυρώσεως και της Αναστάσεως ήταν τα αργύρια. Γιατί, αν δεν Τον πρόδιδε ο Ιούδας, δεν θα σταυρωνόταν. Γι' αυτό την αρχή του ονομαστού Του Πάθους, δηλαδή τους στύλους, τους έκανε από ασήμι.
ΙΒ΄. «Τα στηρίγματά του είναι από πορφύρα» (Άσμ. γ΄ 10). Γι' αυτό και Τον έντυσαν με πορφύρα. Βέβαια το έκαναν περιπαίζοντάς Τον, στην πραγματικότητα όμως ενεργούσαν προφητικά. Διότι ήταν βασιλιάς. Αν και περισσότερο τα έκαναν χλευάζοντας, όμως τα έκαναν για λίγο. Η πράξη τους όμως ήταν σύμβολο βασιλικής τιμής. Και αν και το στεφάνι που Του φόρεσαν ήταν αγκάθινο, όμως ήταν στεφάνι που Του το φόρεσαν στρατιώτες, διότι οι βασιλείς αναγορεύονται από στρατιώτες. «Τα στηρίγματά του είναι από πορφύρα, και μέσα στο κτίριο υπήρχε λιθόστρωτο» (Άσμ γ΄ 10). Γνωρίζουν οι εξέχοντες της Εκκλησίας ότι ο λιθόστρωτος, που λέγεται Γαββαθάς, βρίσκεται στα ανάκτορα του Πιλάτου (Ιω. ιθ΄ 13).
ΙΓ΄. Αυτά τα είπα ως παρέκβαση στα του κρεβατιού, φτάνοντας στο φορείο. Είπε, λοιπόν, ο Χριστός στον παραλυτικό: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε» (Ιω. ε΄ 8). Μπορεί, βέβαια, να είναι μακροχρόνια η ασθένεια, είναι όμως ταχύτατο το έμπλαστρο. Πολυετής η παράλυση, όμως ταχύτατη η αποκατάσταση. Διότι ο δημιουργός των νεύρων είναι που δίνει ποικίλες θεραπείες στους τυφλούς. Αυτός που με την επίχριση πηλού χάρισε τη θεραπεία με παράδοξο τρόπο (Ιω. θ΄ 7). Επειδή σ' εκείνον που βλέπει, αν χυθεί πηλός στα μάτια του, τον εμποδίζει να βλέπει, ενώ ο Ιησούς με τον πηλό χαρίζει το φως σ' εκείνους που δεν βλέπουν. Και σε άλλους με άλλα μέσα εκδηλώνεται η δύναμή Του. Αλλά και στον παραλυτικό είπε: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε».
Πόση έκπληξη νομίζεις ότι κατέλαβε αυτούς που έβλεπαν; Αλλά, ενώ το θέαμα ήταν αξιοθαύμαστο, η απιστία ήταν φοβερή. Και η μεν μακροχρόνια ασθένεια θεραπεύεται, η πολύχρονη όμως απιστία δεν θεραπεύθηκε. Επέμεναν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στα παθήματά τους, και δεν ήθελαν τη θεραπεία.
ΙΔ΄. Δηλαδή, ενώ έπρεπε να θαυμάσουν γι' αυτό που έγινε, ενώ έπρεπε να προσκυνήσουν τον γιατρό των ψυχών και των σωμάτων, αντίθετα αυτοί γόγγυζαν, διότι ήταν απόγονοι γογγυστών, αυτοί που διαστρέφουν τα καλά σε κακά, «αυτοί που λένε το πικρό γλυκό» (Ησ. Ε΄ 20).
Και ο Ιησούς εργαζόταν το Σάββατο με κάθε ιδιαίτερη φροντίδα, κάνοντας έργα υπεράνω του Σαββάτου, για να τους πείσει αυτή η εργασία Του. Διότι, επειδή ο κάθε λόγος έχει αντίλογο, ενώ το έργο είναι ακαταμάχητο, θεράπευσε το Σάββατο, διδάσκοντας, έτσι, να μη μεταβληθεί ο λόγος σε αντίλογο, αλλά η εργασία να πείσει εκείνους που βλέπουν.
ΙΕ΄. Εκείνοι έλεγαν προς τον παραλυτικό: «Είναι Σάββατο και δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις το κρεβάτι σου» (Ιω. ε΄ 10). Ο νομοθέτης ήταν εκεί κι ο άλλος έλεγε «δεν σου επιτρέπεται»; Για τον Σωτήρα έχει λεχθεί «Κύριε, τοποθέτησε νομοθέτη σ' αυτούς» (Ψαλμ. Θ΄ 21). Εκείνος όμως, που είχε θεραπευθεί πριν από λίγο ψυχικά και σωματικά, παίρνοντας σοφό λόγο από τη Σοφία, δηλαδή τον Χριστό, αμέσως απαντά, και μη μπορώντας να απαντήσει νομικά, απαντώντας όμως με συντομία, είπε:
Γνωρίζεται όλοι την πολύχρονη αρρώστια μου και τα πολλά χρόνια που ήμουν κατάκοιτος και την ασταμάτητη ταλαιπωρία μου. Κανένας από εσάς δεν φρόντισε ποτέ να με πάρει και να με βάλει πρώτον στη δεξαμενή, για να θεραπευθώ. Κι αφού τότε δεν δείξατε ενδιαφέρον, πως τώρα παριστάνετε τον νομοθέτη και μου λέτε «δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις το κρεβάτι σου»;
Σας δίνω, λοιπόν τη συντομότατη απάντησή μου: «Αυτός που με θεράπευσε, Αυτός μου είπε» (Ιω. ε΄ 11). Εάν εμένα με περιφρονείτε, τότε θαυμάστε το γεγονός. Δεν μου έβαλε έμπλαστρο, ούτε χρησιμοποίησε ιατρικά μηχανήματα ή βοηθήματα. Είπε έναν λόγο και ακολούθησε το έργο. Πρόσταξε, και εγώ εκτελώ το πρόσταγμά του. Υπάκουσα στο πρόσταγμα εκείνου, ο Οποίος θεράπευσε με προστάγματα. Διότι, εάν Αυτός που πρόσταξε ήταν ανίσχυρος να θεραπεύσει με προστάγματα, δεν έπρεπε να υπακούσω σ΄ αυτά. Επειδή όμως με λόγια προστάχθηκε να πάψει μια ολοφάνερη μακροχρόνια ασθένεια, δικαιότατα ακούω Αυτόν, τον Οποίον και η αρρώστια ακούγοντάς τον εξαφανίστηκε. «Εκείνος που με θεράπευσε, Εκείνος μου είπε, πάρε το κρεβάτι σου» (Ιω. ε΄ 11).
ΙΣΤ΄. Ο παραλυτικός που θεραπεύθηκε, δεν γνώριζε ποιος είναι Εκείνος που τον θεράπευσε. Ο Σωτήρας μας παρουσιάζεται χωρίς καθόλου κενοδοξία, διότι μόλις τον θεράπευσε αναχώρησε, για να μη γίνει γνωστό ότι έκανε θεραπεία. Εμείς όμως κάνουμε το ακριβώς αντίθετο. Εάν συμβεί κάποτε να δούμε (αποκαλυπτικά) όνειρα ή να βοηθήσουμε με τα χέρια μας ή να διώξουμε με επίκληση δαιμόνιο, τόσο πολύ αποφεύγουμε να κρύψουμε το κατόρθωμά μας που, χωρίς να ερωτηθούμε, καυχιόμαστε γι' αυτό. Όμως ο Ιησούς διδάσκοντάς μας με τα έργα να μη μιλάμε για τον εαυτό μας, μόλις έκανε την θεραπεία αποχώρησε• για να μη αναγνωρισθεί, αναχωρεί την κατάλληλη στιγμή και την κατάλληλη στιγμή παρουσιάζεται. Δηλαδή, όταν έπρεπε να αποφύγει την επευφημία για το θαύμα που έκανε, αναχώρησε, και όταν το πλήθος έφυγε, για να φέρει μαζί με τη σωματική θεραπεία και τη θεραπεία της ψυχής, τότε εμφανίζεται πάλι και λέει: «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά. Από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο» (Ιω. ε΄ 14).
ΙΖ΄. Και ως γιατρός ο Χριστός χρησιμοποιεί ποικιλία: Άλλοτε θεραπεύει πρώτα την ψυχή και μετά το σώμα, και άλλοτε πράττει αντίστροφα. «Από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο» (Ιω. ε΄ 14). Έτσι διδάσκει πολλούς μέσω ενός. Διότι τα λόγια αυτά δεν απευθύνονται μόνο στον παραλυτικό, αλλά και σε όλους μας. Δηλαδή, αν κάποια φορά πέσουμε σε παθήσεις ή σε λύπες ή σε ανάγκες, αυτά να μη τα αποδίδει στον Θεό. Διότι «ο Θεός ούτε μπαίνει σε πειρασμό από το κακό, ούτε βάζει σε πειρασμό κανέναν» (Ιάκ. Α΄ 13). Ο καθένας από εμάς μαστιγώνεται, πιεζόμενος από τις επαναλαμβανόμενες αμαρτίες του (Παρ. ε΄ 22).
«Από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο» (Ιω. ε΄ 14). Ακούστε αυτό το ρητό όλοι οι άνθρωποι. Και όποιος πόρνευσε πριν από αυτό, ας αποβάλλει το πάθος του. Κι εσύ που πριν ήσουν πλεονέκτης, γίνε ελεήμων. Ας το ακούσει και ο άρπαγας: «Από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις».
Η αμνησικακία του Θεού είναι μεγάλη, είναι πλούσια και η χάρη Του. Όμως μην παίρνεις για αφορμή την αμέτρητη ανεξικακία Του, για να Τον καταφρονείς, ούτε επειδή είναι μακρόθυμος ο Θεός, γι' αυτό να αμαρτάνεις. Αλλά θεραπεύσου από τα σαρκικά πάθη, και λέγε κι εσύ αυτό που διαβάστηκε στην κατάλληλη ώρα: «Όταν ζούσαμε σαρκική ζωή, τα αμαρτωλά πάθη μας, που διεγείρονταν εξ αιτίας του νόμου, ενεργούσαν στα μέλη μας» (Ρωμ. ζ΄ 5). Και αν λέει ο απόστολος, «όταν ζούσαμε μέσα στην σάρκα», δεν εννοεί τη σάρκα αυτή που φοράμε, αλλά τα σαρκικά πάθη μας, διότι ενώ ακόμη φορούσε σάρκα έλεγε το «όταν ζούσαμε σαρκική ζωή». Αλλά όπως ο Θεός, όταν ήταν να στείλει τον κατακλυσμό, έλεγε, «Δεν θα μείνει το πνεύμα μου σ΄ αυτούς τους ανθρώπους, διότι είναι γεμάτοι σαρκικά πάθη» (Γεν. στ΄ 3), μεταβάλλοντας το πνεύμα σε προαίρεση της σάρκας, έτσι κι εδώ ο απόστολος λέει: «όταν ήμασταν σαρκικοί» (Ρωμ. ζ΄ 5).
ΙΗ΄. Κανένας, λοιπόν, να μη ζει σαρκική ζωή, αλλά ενώ έχει σάρκα, να μη ζει σύμφωνα με τις θελήσεις της σάρκας (Β΄ Κορ. ι΄ 2-3). Διότι ο απόστολος δεν θέλει το να μην κάνουμε φαύλες πράξεις, βγάζοντας τελείως τους εαυτούς μας από τον κόσμο, αλλά ενώ φέρουμε σάρκα να υποδηλώσουμε τη σάρκα και να μη μας εξουσιάζει εκείνη. Να μην υποδουλωθούμε, αλλά να εξουσιάζουμε. Να χρησιμοποιούμε μετρημένη τροφή και να μη παρασυρόμαστε στη γαστριμαργία, ν α χαλιναγωγούμε την κοιλιά, για να εξουσιάζουμε και όσα βρίσκονται κάτω από την κοιλιά. Να εξουσιάζεται το σώμα από την ψυχή, και να μην παρασύρεται η ψυχή από τις σαρκικές από τις σαρκικές ηδονές.
«Από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο» (Ιω. ε΄ 14). Αυτό το κηρύττει μεν ο Λόγος, και μακάρι να το ακούσουν τα αυτιά όλων, διότι κάθε σαρκικό αυτί που δέχεται τον λόγο, δεν τον δέχεται στη διάνοια. Γι' αυτό ο Σωτήρας έλεγε: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει» (Ματθ. ια΄ 15), μιλώντας σ' εκείνους που είχαν σαρκικά αυτιά.
ΙΘ΄. Λοιπόν, ας ακούσει ο καθένας τον Ιησού και ας μην αμαρτάνει πλέον, και ας τρέξουμε σ' Αυτόν που συγχωρεί αμαρτίες, και αν είμαστε άρρωστοι, ας προσφύγουμε σ' Αυτόν. Εάν έχουμε πόνο στην ψυχή, ας ακολουθήσουμε τον γιατρό που την γνωρίζει. Εάν πεινάμε, ας τον δεχτούμε που είναι ο άρτος της ζωής (Ιω. στ΄ 48). Εάν νεκρωθήκαμε, ας δεχτούμε την ανάσταση. Εάν γεράσαμε μέσα στην άγνοια, ας ζητήσουμε τη σοφία από τον Χριστό που είναι η Σοφία.
Κ΄. Αλλά μας παρέσυρε ο λόγος στο να μακρύνουμε την ομιλία, και ίσως γίναμε εμπόδιο πατρικής διδασκαλίας. Ο καιρός, όμως, μας καλεί να ακούσουμε και ανώτερα λόγια, ώστε αφού ωφεληθούμε από τα μεγαλύτερα έργα, να αναπέμψουμε με τα έργα μας δοξολογία στον Θεό, στον Οποίον ανήκει η δοξολογία και τώρα και πάντοτε και στους ατελείωτους αιώνες. Αμήν.
Πηγή: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ – ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ – ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ – ΛΕΟΝΤΕΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ – ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ – ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΑΜΑΣΕΙΑΣ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΦΩΤΙΚΗΣ – ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ – ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΛΕΟΝΤΟΣ ΣΟΦΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β. ΜΑΥΡΟΜΑΤΗ
ΚΑΛΥΒΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Αρμός